Στη Ριβιέρα, στο θερινό των Εξαρχείων, την προηγούμενη εβδομάδα παιζόταν το «Fatherland». Ένας πατέρας, σε ένα road trip με την κόρη του, ψάχνει τη χαμένη του κυριολεκτική πατρίδα, κι ένα κορίτσι ανακαλύπτει την πατρίδα του μπαμπά της, ψάχνοντας μεταφορικά τη δική της, δηλαδή τον μπαμπά της, ως «πατρίδα» κι ως οντότητα μαζί. Ο νομπελίστας Τόμας Μαν και η κόρη του, στη μεταπολεμική Γερμανία, που παραπαίει μεταξύ καπιταλισμού και κομμουνισμού, προσπαθούν να σταθούν στην πατρογονική γη που δεν αναγνωρίζουν κι, αλληγορικά, ο ένας δίπλα στον άλλον. Να χωρέσουν μέσα τους πατρίδα κι άνθρωπο. Τον εαυτό τους και τον άλλον.
Αν οι μαμάδες είναι ο κόσμος, οι μπαμπάδες είναι τα όρια. Τα σύνορα που διαμορφώνουν μέσα μας την προσωπική μας πατρίδα.
Στον σύγχρονο κόσμο, η μορφή της οικογένειας είναι ρευστή. Άλλοτε πιο τυπική, όπως έχουμε συνηθίσει, με μαμά και μπαμπά διαφορετικού φύλου· άλλοτε με δύο μαμάδες ή δύο μπαμπάδες, άλλοτε μονογονεϊκή λόγω διαζυγίου, θανάτου ή επιλογής· οικογένειες με γονείς παντρεμένους ή όχι, με παιδιά από προηγούμενες σχέσεις…
Σημασία δεν έχουν τα πρόσωπα, αλλά οι ρόλοι που φέρουν. Σε κάθε οικογένεια, οι ρόλοι της μαμάς και του μπαμπά δεν είναι οι μοναδικοί· είναι, όμως, πρωταγωνιστικοί. Ας θυμηθούμε πως, έστω και για λανθασμένους λόγους, στην αρχαία Αθήνα οι ρόλοι στο θέατρο παίζονταν μονάχα από άντρες, κι ας κάνουμε αναγωγή στη σύγχρονη κοινωνία. Θα κατανοήσουμε έτσι πως οι ρόλοι «μαμά»/«μπαμπάς» δεν είναι θέμα φύλου ή προσώπων, αλλά ρόλοι με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Σε κάθε οικογένεια, ανάλογα με τη δική της δομή, τον ρόλο του μπαμπά παίρνει ο άντρας-μπαμπάς, όπως τον έχουμε πιο στερεοτυπικά συνήθως στο μυαλό μας, ο άλλος μπαμπάς, η μαμά με τη βοήθεια ενός τρίτου συγγενικού ή φιλικού προσώπου που σπάει το δίπολο, η άλλη μαμά, ένας άνθρωπος, τέλος πάντων.
Ο μπαμπάς, ή καλύτερα ο ρόλος του, έχει ή προσπαθεί πια να ξεφύγει από τον τυπικό ρόλο του «δυνατού», του οικονομικού τροφοδότη-στυλοβάτη χωρίς ευαισθησίες. Στην ψυχοδυναμική προσέγγιση, θεωρείται ότι αποτελεί τον άνθρωπο που βοηθά το παιδί να μεταβεί από την αρχική συγχωνευτική σχέση με τη μαμά (ή τον άνθρωπο που κρατά περισσότερο αυτόν τον ρόλο στην οικογένεια) προς την αναγνώριση του εξωτερικού κόσμου και την ανάπτυξη της αυτονομίας του. Το παιδί μαθαίνει έτσι τρόπους επικοινωνίας, διαχείρισης συναισθημάτων, συνεργασίας και επίλυσης συγκρούσεων, αναγνωρίζει τον εαυτό του ως ξεχωριστή οντότητα, συνδέεται με τον εαυτό του και τους άλλους. Ο ρόλος του μπαμπά χτίζει όρια και ασφάλεια, βοηθώντας στον μετασχηματισμό της δυαδικής σχέσης σε μία σχέση διαφορετικών προσωπικοτήτων, όπου ο καθένας έχει τον χώρο του, είναι αυτόνομος και ανεξάρτητος. Ελεύθερος να ανθίσει. Χτίζει σύνορα και όρια ασφάλειας σε έναν κόσμο που ο «ρόλος» της μαμάς επενδύει με γνώμονα την αγάπη και τη φροντίδα, που, όσο κι αν είναι ζωτικές, δεν αρκούν ξεκομμένες…
Όποιος κι αν κρατά τον δύσκολο αυτόν ρόλο σε όλους τους τύπους οικογένειας, τον αγκαλιάζουμε και τον παροτρύνουμε στον αγώνα της γονεϊκότητας, που μπορεί να μην είναι στρωμένος πάντα με ροδοπέταλα, αλλά μυρίζει προσπάθεια, ευαλωτότητα κι αγάπη…
Από τον δικό μου μπαμπά θυμάμαι τις βόλτες στο Πεδίον του Άρεως και στον Λυκαβηττό. Τις πάστες αμυγδάλου τα Σάββατα στον Ζόναρς. Θυμάμαι που βούταγε τα ροδάκινα στη θάλασσα και την υφάλμυρη γεύση που μετά άφηναν στο στόμα. Που με γαργαλούσε μέχρι να παραδοθώ ή να ομολογήσω. Θυμάμαι τις Κυριακές που μου έβαζε αφρό με το πινέλο και ξυριζόμασταν παρέα, εγώ μπροστά του, ανεβασμένη σε ένα ξύλινο σκαμνάκι, στις μύτες των ποδιών. Εκείνος με ξυραφάκι, εγώ με το δάχτυλο. Κόντρα. Θυμάμαι τη φωνή του. Θυμάμαι περισσότερο από όλα τα χέρια του, που μύριζαν σαπούνι. Τα χέρια του, που μου φέρνουν δάκρυα στα μάτια και που, όταν τα θυμάμαι, ηρεμώ. Η γεύση (του) στο στόμα (μου) είναι αλμυρή και γλυκιά ταυτόχρονα. Σαν το τσουρέκι με βούτυρο και ροκφόρ που του άρεσε και σαν το δικό μου, βουτηγμένο στο κύμα, ροδάκινο. Δεν έτρωγε μπαμπάδες με ρούμι. Μόνο μιλφέιγ και μαύρη σοκολάτα.
Ιδεολογικά, η κυριολεκτική πατρίδα μου δεν έχει σύνορα· η δική μου fatherland, μετά από μάχες εσωτερικές και προσωπικές, βρήκε χώρο μέσα μου. Το σύνορό της, κάπου μεταξύ καρδιάς και λαιμού. Σε ένα σημείο του στέρνου, εκεί, αριστερά. Και δεν μπορεί να το ξεριζώσει κανείς. Έγινε μνήμη κι όχι ανάμνηση. Αίσθηση. Ο Παβλικόφσκι κατάφερε να το διηγηθεί σε μόλις ογδόντα πέντε λεπτά. Μεστά. Fatherland, Vaterland, Πατρίδα… Σε όποια γλώσσα, ο δικός μας μπαμπάς γράφει μέσα μας.
