Τώρα τελευταία πιάνω τον εαυτό μου να λέει όλο και συχνότερα «άλλο ένα και σταματάω». Το λέω μάλιστα με τέτοια σιγουριά, που σχεδόν με πιστεύω. Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες απάτες που έχει διαπράξει ο άνθρωπος εις βάρος του εαυτού του. Συναγωνίζεται επάξια το «από Δευτέρα δίαιτα» και το «θα μπω μόνο πέντε λεπτά στο Instagram».
Άλλο ένα επεισόδιο. Άλλο ένα reel. Άλλη μία είδηση. Άλλο ένα κομμάτι πίτσα. Άλλο ένα τραγούδι από εκείνο που ανακαλύψαμε χθες και μέχρι την Παρασκευή θα έχουμε καταφέρει να μισούμε. Φαίνεται πως έχουμε μια αξιοθαύμαστη ικανότητα: να βρίσκουμε κάτι που μας αρέσει και να το καταναλώνουμε μέχρι να πάψει να μας αρέσει. Και δεν πρόκειται μόνο για έλλειψη αυτοσυγκράτησης. Σχεδόν ολόκληρη η καθημερινότητά μας έχει οργανωθεί γύρω από την ιδέα ότι, αν κάτι είναι καλό, περισσότερο από αυτό θα είναι ακόμη καλύτερο. Περισσότερη διασκέδαση, περισσότερη πληροφορία, περισσότερες επιλογές, περισσότερα ερεθίσματα. Μόνο που το «περισσότερο» δεν είναι πάντα συνώνυμο του «καλύτερου».
Καλώς ήρθατε στην εποχή της υπερβολής. Το binge-watching είναι ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Ανακαλύπτεις μια σειρά, ενθουσιάζεσαι, δένεσαι με τους χαρακτήρες, ανυπομονείς να μάθεις τι θα συμβεί και αποφασίζεις να απολαύσεις την εμπειρία με τον πιο λογικό τρόπο: βλέποντας οκτώ επεισόδια συνεχόμενα μέχρι να μη θυμάσαι ούτε πώς σε λένε.
Το παράδοξο είναι σχεδόν ποιητικό. Δε θέλουμε να τελειώσει, γι’ αυτό φροντίζουμε να τελειώσει απόψε. Και την επόμενη μέρα αισθανόμαστε εκείνο το μικρό κενό που ακολουθεί το τέλος μιας καλής σειράς. Μόνο που δεν μας την πήρε κανείς. Την καταβροχθίσαμε μόνοι μας. Και ίσως εκεί βρίσκεται η πρώτη ειρωνεία της υπερβολής: όσο περισσότερο προσπαθούμε να κρατήσουμε μια ευχάριστη εμπειρία, τόσο γρηγορότερα την εξαντλούμε. Η αναμονή εξαφανίζεται, η προσμονή μηδενίζεται και αυτό που κάποτε ήταν μικρή απόλαυση μετατρέπεται σε μαραθώνιο.
Γιατί; Ίσως επειδή ο εγκέφαλός μας δεν είναι ιδιαίτερα καλός στο «αρκετά». Είναι πολύ καλύτερος στο «κι άλλο». Όταν κάτι μάς ανταμείβει, θέλουμε να επαναλάβουμε την εμπειρία. Και μετά ξανά. Μέχρι η απόλαυση να αρχίσει να μοιάζει περισσότερο με αυτοματισμό παρά με επιλογή.
Κι αν δε μας αρέσει καν;
Κάπου εδώ τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο παράξενα. Γιατί δεν υπερκαταναλώνουμε μόνο όσα μας ευχαριστούν. Υπερκαταναλώνουμε και όσα μας αγχώνουν. Το doomscrolling είναι η συνήθεια να βυθιζόμαστε σε μια ατελείωτη ροή αρνητικών ειδήσεων και αναρτήσεων, ενώ γνωρίζουμε πολύ καλά ότι όσο συνεχίζουμε τόσο χειρότερα αισθανόμαστε. Πόλεμος. Κρίση. Καταστροφή. Έγκλημα. Άλλη μία ανάλυση. Άλλο ένα βίντεο. Άλλο ένα σχόλιο από κάποιον με φωτογραφία προφίλ έναν αετό που, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, γνωρίζει τα πάντα για τη γεωπολιτική.
Κι εμείς συνεχίζουμε.
Εδώ δεν αναζητούμε ακριβώς ευχαρίστηση. Αναζητούμε ίσως την επόμενη πληροφορία που θα μας κάνει να νιώσουμε ότι καταλαβαίνουμε λίγο καλύτερα έναν κόσμο που μοιάζει απρόβλεπτος. Μόνο που η επόμενη πληροφορία γεννά την ανάγκη για την επόμενη. Το παράδοξο πλέον ολοκληρώνεται: στο binge-watching δε σταματάμε επειδή περνάμε καλά. Στο doomscrolling δε σταματάμε παρόλο που περνάμε άσχημα. Διαφορετική αφετηρία, ίδιο αποτέλεσμα. Το δάχτυλο συνεχίζει να κινείται προς τα πάνω.
Και η οθόνη δεν τελειώνει ποτέ.
Κάποτε ένα επεισόδιο τελείωνε και το επόμενο ερχόταν την άλλη εβδομάδα. Μια εφημερίδα είχε τελευταία σελίδα. Ένα κατάστημα έκλεινε. Ακόμη και η τηλεόραση κάποια στιγμή έπαιζε εκείνες τις πολύχρωμες μπάρες που σου έλεγαν, με τον τρόπο τους, «άντε για ύπνο». Σήμερα δεν υπάρχει τέλος. Autoplay. Infinite scroll. Προτεινόμενα βίντεο. Ειδοποιήσεις. Αλγόριθμοι που έχουν μία απλή αποστολή: να μη φύγεις. Η υπερβολή, βέβαια, δε γεννήθηκε μαζί με το smartphone. Ο άνθρωπος είχε πάντα μια περίπλοκη σχέση με το μέτρο. Απλώς η τεχνολογία έκανε κάτι εξαιρετικά αποτελεσματικό: αφαίρεσε τα φυσικά εμπόδια.
Και ίσως αυτό να είναι το καινούργιο στοιχείο. Δεν αποκτήσαμε ξαφνικά περισσότερες επιθυμίες· αποκτήσαμε λιγότερες παύσεις. Λιγότερες στιγμές στις οποίες κάτι εξωτερικό μάς αναγκάζει να πούμε «ως εδώ». Δε χρειάζεται πλέον να αποφασίσουμε να συνεχίσουμε. Χρειάζεται να αποφασίσουμε να σταματήσουμε. Και αυτή η μικρή διαφορά αλλάζει σχεδόν τα πάντα.
Ίσως λοιπόν το πραγματικό πρόβλημα να μην είναι ότι αγαπάμε την απόλαυση. Είναι ότι δυσκολευόμαστε να την αφήσουμε ανεκπλήρωτη. Θέλουμε ακόμη ένα επεισόδιο, ακόμη μία μπουκιά, ακόμη μία αγορά, ακόμη ένα scroll. Σαν το «περισσότερο» να μπορεί να διατηρήσει για πάντα το συναίσθημα που μας έδωσε το «πρώτο». Μόνο που δεν μπορεί.
Υπάρχει μια στιγμή κατά την οποία η απόλαυση κορυφώνεται. Κι έπειτα, αν επιμείνεις, αρχίζει να φθείρεται. Ίσως τελικά αυτοέλεγχος να μην είναι να στερείσαι αυτό που σου αρέσει. Είναι να ξέρεις πότε σου άρεσε αρκετά. Και να μπορείς, μέσα σε έναν κόσμο που ασταμάτητα σου ψιθυρίζει «άλλο ένα», να απαντήσεις:
«Όχι. Μου φτάνει».
