Πόσες φορές ακούμε «δε χρωστάω τίποτα σε κανέναν», «όλα μόνος μου», «I did it my way». Και δε λέω ότι αυτό είναι απαραίτητα κακό. Προφανώς ο κάθε άνθρωπος δίνει τον δικό του αγώνα, κουβαλάει τις δικές του δυσκολίες, περνάει μέσα από τις δικές του μάχες και πολλές φορές χρειάζεται να στηριχτεί στις δικές του δυνάμεις για να συνεχίσει. Υπάρχει δύναμη στο να μπορείς να πεις «πάλεψα», «άντεξα», «δεν τα παράτησα». Υπάρχει κάτι βαθιά προσωπικό σε κάθε διαδρομή, κάτι που μόνο εμείς ξέρουμε πόσο μας κόστισε, πόσες φορές πέσαμε και πόσες φορές χρειάστηκε να σηκωθούμε. Αλλά μήπως κάπου στην πορεία, μέσα στην ανάγκη μας για ατομικότητα και αυτάρκεια, ξεχάσαμε τη συνεισφορά των άλλων ανθρώπων στη ζωή μας;

Η ατομικότητα δεν ακυρώνει την ευγνωμοσύνη.

Γιατί σε όλη αυτή τη διαδρομή, ακόμη κι αν ήταν μοναχική, ακόμη κι αν ήταν γεμάτη δυσκολίες, κάποιος κάπου μας βοήθησε. Κάποιος μας έμαθε κάτι. Κάποιος ίσως μας έδειξε έναν δρόμο που δε βλέπαμε. Κάποιος μας είπε μια κουβέντα τη στιγμή που τη χρειαζόμασταν. Κάποιος μπορεί να μας έδωσε μια ευκαιρία, να μας άκουσε χωρίς να μας κρίνει ή απλώς να έμεινε δίπλα μας όταν δεν μπορούσε να κάνει τίποτε άλλο. Και ίσως κάποια στιγμή κάποιος να μας κράτησε το χέρι.

Το παράξενο είναι ότι πολλές φορές αυτά τα καταλαβαίνουμε πολύ αργότερα. Εκείνη τη στιγμή μπορεί να μην αντιλαμβανόμαστε τη σημασία τους. Ίσως γιατί είμαστε τόσο συγκεντρωμένοι στο να επιβιώσουμε, στο να προχωρήσουμε, στο να αποδείξουμε ότι μπορούμε, που χανόμαστε μέσα στην ιδέα της απόλυτης αυτάρκειας και του «δικού μου αγώνα». Το «δε χρωστάω σε κανέναν» κρύβει μεγάλη δύναμη μέσα του. Κρύβει ανεξαρτησία, προσωπική ευθύνη, ίσως και την ανάγκη να προστατεύσουμε όσα πετύχαμε. Από την άλλη όμως, μήπως κρύβει και μια άμυνα;

Μη τυχόν και πει κάποιος ότι μας βοήθησε.
Μη τυχόν και κάποιος χρησιμοποιήσει τη βοήθειά του για να μειώσει την προσπάθειά μας.
Μη τυχόν και μας πει ότι δεν τα καταφέραμε πραγματικά εμείς.

Σαν να φοβόμαστε ότι, αν αναγνωρίσουμε την παρουσία του άλλου, ακυρώνουμε αυτομάτως τον εαυτό μας. Και αναρωτιέμαι: πού είναι το κακό στο να βοηθάμε; Πού είναι το κακό στο να έχουμε ευγνωμοσύνη; Στο να συναντήσουμε έναν άνθρωπο που δυσκολεύεται και να του απλώσουμε το χέρι χωρίς να ζητάμε αντάλλαγμα; Και από την άλλη πλευρά, ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα στο να δεχτούμε κι εμείς βοήθεια; Να πιάσουμε αυτό το χέρι. Να πούμε «ευχαριστώ». Να αναγνωρίσουμε ότι, ναι, η βαλίτσα είναι δική μας, το ταξίδι είναι δικό μας και εμείς θα πρέπει να τη μεταφέρουμε μέχρι το τέλος, αλλά για λίγα μέτρα κάποιος μας βοήθησε να τη σηκώσουμε.

Γιατί πρέπει όλα να τα κάνουμε μόνοι μας; Από πότε απορρίψαμε σαν ανθρωπότητα τη βοήθεια; Εκτός κι αν τελικά δεν απορρίψαμε ακριβώς τη βοήθεια. Ίσως αρχίσαμε να φοβόμαστε περισσότερο το τι θα πει ο άλλος γι’ αυτήν. Μη τυχόν και απορρίψει τον αγώνα μας. Μη τυχόν και πιστέψει ότι επειδή κάποιος βρέθηκε δίπλα μας, όσα περάσαμε αξίζουν λιγότερο.

Λες και χρωστάμε να αποδείξουμε στους άλλους τη μάχη μας. Λες και πρέπει να τους παρουσιάσουμε τα τραύματα, τις δυσκολίες και τον κόπο μας για να μας πιστέψουν. Λες και η ζωή είναι μια διαρκής πάλη που πρέπει αναγκαστικά να τη δώσουμε μόνοι μας, χωρίς τον παράγοντα του άλλου ανθρώπου. Και λες και όσο μεγαλύτερος είναι ο πόνος, όσο περισσότερος ο ιδρώτας, όσο μεγαλύτερη η μοναξιά, τόσο περισσότερο αξίζουμε αυτό που καταφέραμε.

Όμως, γιατί η αξία μιας επιτυχίας να μετριέται από το πόσο μόνοι υποφέραμε για να φτάσουμε σε αυτήν; Ίσως να έχουμε ταυτίσει υπερβολικά τη δύναμη με τη μοναχικότητα. Κι όμως, δύναμη δεν είναι μόνο να αντέχεις χωρίς κανέναν. Δύναμη είναι και να γνωρίζεις πότε χρειάζεσαι έναν άλλο άνθρωπο. Να μπορείς να δεχτείς βοήθεια χωρίς να αισθάνεσαι μικρότερος. Να μπορείς να ευχαριστήσεις χωρίς να νιώθεις ότι χρωστάς την ύπαρξή σου σε κάποιον.

Δε χρωστάμε στ’ αλήθεια να αποδείξουμε σε κανέναν ότι τα καταφέραμε. Ούτε αν τα κάναμε όλα μόνοι μας. Ούτε αν κάπου στη διαδρομή υπήρχε κι ένας άλλος άνθρωπος. Γιατί είμαστε άνθρωποι ανάμεσα σε ανθρώπους. Επομένως, αντί να πουλάμε τη νίκη μας για να πείσουμε τους άλλους για την αξία της, ας πούμε πρώτα ένα «ευχαριστώ» στον εαυτό μας. Για όσα άντεξε, για όσα πάλεψε, για τις φορές που λύγισε και παρ’ όλα αυτά συνέχισε. Και ύστερα ας πούμε ένα «ευχαριστώ» στους ανθρώπους που ήταν δίπλα μας. Στους ανθρώπους που μας άκουσαν, μας στήριξαν, μας δίδαξαν κάτι, μας έδωσαν μια ευκαιρία ή απλώς μας κράτησαν για λίγο το χέρι.

Γιατί η ευγνωμοσύνη δε μικραίνει τη νίκη μας.

Την κάνει πιο ανθρώπινη.

Συντάκτης: Ερμιόνη Φράγκου