Δεν ξέρω αν ο Μέσι σηκώνει ψυχολογική ανάλυση. Βασικά, ποιον κοροϊδεύουμε; Ένας άνθρωπος που κουβάλησε για περισσότερα από είκοσι χρόνια τις προσδοκίες μιας ολόκληρης χώρας, συγκρίθηκε με τον Μαραντόνα περίπου όσες φορές ανατέλλει ο ήλιος, αγαπήθηκε, αμφισβητήθηκε, έφυγε, επέστρεψε και τελικά αποχαιρετίστηκε από 85.000 ανθρώπους, μάλλον σηκώνει και μία και δύο.

Οπότε ήρθε η ώρα να μιλήσουμε για τον Μέσι.

Και όσοι δεν έχουν ιδιαίτερη σχέση με το ποδόσφαιρο μπορούν να χαλαρώσουν. Δε θα υπάρξει εξέταση στο οφσάιντ στο τέλος. Υπάρχει άλλωστε μια ολόκληρη κατηγορία ανθρώπων που έμαθε τα βασικά επειδή κάποιος δίπλα τους θεώρησε αδιανόητο να μην ξέρουν. Έχουν καταλάβει πάντως το σημαντικό: για τους ποδοσφαιρόφιλους το να πεις ότι ο Μέσι «ήταν πολύ καλός» είναι περίπου σαν να χαρακτηρίζεις την Ακρόπολη «ένα συμπαθητικό κτίσμα».

Στα 39 του, λοιπόν, ο Λιονέλ Μέσι έπαιξε το 208ο και τελευταίο παιχνίδι του με την Εθνική Αργεντινής. Και επειδή μια απλή αποχώρηση προφανώς θα ήταν κάπως πεζή, είπε να φύγει με ένα γκολ, δύο ασίστ και νίκη 3-0 απέναντι στο Μπενίν.

Έκλεισε 21 χρόνια στην εθνική με 126 γκολ, δύο Copa América, ένα Μουντιάλ και μία Finalissima.

Όχι κι άσχημα.

Μόνο που η σχέση του με την Αργεντινή δεν ήταν πάντα αυτή η μεγάλη ερωτική ιστορία. Για χρόνια υπήρχε το «ναι, αλλά ο Μαραντόνα», χαμένοι τελικοί, κριτική και τεράστιες προσδοκίες. Το 2016, μετά την ήττα στον τελικό του Copa América, αποχώρησε προσωρινά.

Κι επέστρεψε.

Γενικά, η σχέση Μέσι–Αργεντινής πέρασε αρκετά στάδια ώστε, αν ήταν ζευγάρι, θα χρειαζόταν συνεδρίες: προσδοκίες, συγκρίσεις, απογοήτευση, αποχώρηση, επιστροφή, επανασύνδεση και τελικά αρκετό happy end ώστε να μη χρειαστεί δεύτερο ραντεβού.

Το 2021 ήρθε το Copa América. Το 2022 το Μουντιάλ. Το 2024 άλλο ένα Copa América. Και κάπου εκεί το «δεν είναι Μαραντόνα» έγινε περίπου «μην τον ακουμπάτε, είναι εθνικός θησαυρός».

Στο τελευταίο του παιχνίδι, περισσότεροι από 85.000 άνθρωποι γέμισαν το Monumental για να τον αποχαιρετήσουν. Μια ολόκληρη χώρα που αυτή τη φορά δεν είχε έρθει να του ζητήσει κάτι. Είχε έρθει να πει ευχαριστώ. Κι εκείνος δεν ήθελε να φύγει από το γήπεδο.

Και εκεί ξαφνικά το θέμα έπαψε να είναι το ποδόσφαιρο. Γιατί έχουμε μάθει να μιλάμε πολύ για το πότε πρέπει να φύγει κανείς από όσα τον πληγώνουν. Μια σχέση, μια δουλειά, έναν άνθρωπο. Εκεί βοηθούν ο θυμός, η κούραση, η πίκρα. Ένα αξιοπρεπές «άντε γεια» σπρώχνει κάπως προς την έξοδο.

Υπάρχει όμως και η άλλη αποχώρηση. Να πρέπει να φύγεις από κάτι που εξακολουθείς να αγαπάς. Όχι επειδή έγινε άσχημο. Όχι επειδή σε πρόδωσε. Όχι επειδή ξύπνησες ένα πρωί και δεν το ήθελες πια. Αλλά επειδή ήρθε η ώρα. Η ζωή, βλέπεις, έχει αυτή την εξαιρετικά εκνευριστική συνήθεια να μην περιμένει πάντα να βαρεθούμε κάτι πριν μας ζητήσει να το αποχαιρετήσουμε. Κάποτε τελειώνει μια καριέρα. Κάποτε τα παιδιά μεγαλώνουν. Κάποτε αφήνεται πίσω μια πόλη, ένας ρόλος, μια ηλικία, μια εκδοχή του εαυτού μας. Και δεν υπάρχει πάντα κάποιος κακός στην ιστορία για να κάνει το τέλος ευκολότερο.

Μερικές φορές δε θέλεις να φύγεις από το γήπεδο. Ούτε ο κόσμος θέλει να φύγεις. Για την ακρίβεια, στην περίπτωση του Μέσι, μπορεί να σου θυμώσει και να σε κρίνει πολύ αυστηρά, σχεδόν άδικα για αυτό. Ίσως όμως ένα κομμάτι της ενηλικίωσης να είναι να αντέχεις ότι κάποτε θα χρειαστεί να φύγεις κι από μέρη στα οποία, αν αποφάσιζε μόνο η καρδιά, θα έμενες λίγο ακόμη. Να έχεις αγαπήσει κάτι αρκετά ώστε να καταλάβεις πως έφτασε η ώρα να σηκωθείς, να κοιτάξεις μια τελευταία φορά πίσω και να βγεις.

Ο Μέσι το είπε πολύ πιο απλά:

«Φεύγω ήρεμος. Τα έδωσα όλα».

 

 

Συντάκτης: Ελίνα Τρωγάδα