Τώρα τελευταία σκέφτομαι ότι κάπου στην πορεία έγινε μια μάλλον ύποπτη αλλαγή ρόλων. Οι γονείς άρχισαν να ρωτούν περισσότερο κι εμείς να απαντάμε με μια αυτοπεποίθηση που κανείς δεν κατάλαβε πότε αποκτήσαμε. Ξαφνικά ξέρουμε εμείς ποιον γιατρό πρέπει να πάρουν, πώς κλείνεται ένα ραντεβού ηλεκτρονικά, τι σημαίνει εκείνο το μήνυμα που ήρθε στο κινητό και γιατί δεν πρέπει να πατήσουν τον σύνδεσμο που υπόσχεται επιστροφή φόρου.

Κάποτε οι μεγάλοι ήξεραν.

Και ίσως αυτό να είναι ένα από τα πιο παράξενα σημεία της ενηλικίωσης: όχι η στιγμή που καταλαβαίνεις ότι μεγάλωσες εσύ, αλλά εκείνη που αρχίζεις να υποψιάζεσαι ότι μεγάλωσαν και οι γονείς σου. Γιατί οι γονείς δεν γερνούν ξαφνικά. Η αλλαγή γίνεται σε τόσο μικρές δόσεις, που για χρόνια καταφέρνεις να μην την προσέχεις.

Μέχρι που κάποια στιγμή την προσέχεις.

Ένα «δε βλέπω καλά, διάβασέ μου τι γράφει», ένα «έλα μαζί μου στον γιατρό», ένα αντικείμενο που κάποτε θα σήκωναν χωρίς δεύτερη σκέψη και τώρα προτιμάς να το πάρεις εσύ. Οι γονείς, άλλωστε, έχουν ένα περίεργο προνόμιο: στα μάτια των παιδιών τους διατηρούν για χρόνια την ίδια ηλικία. Μπορεί να αλλάζουν μαλλιά, γυαλιά και αριθμό κεριών στην τούρτα, αλλά μέσα στο κεφάλι σου παραμένουν περίπου οι ίδιοι άνθρωποι που θυμάσαι από τότε που ήσουν μικρός.

Μέχρι που αρχίζεις να τους παρατηρείς διαφορετικά. Να τους λες να προσέχουν, να τους ρωτάς αν έφαγαν, να εκνευρίζεσαι επειδή δεν πήγαν στον γιατρό ενώ τους το είχες πει. Και κάπου εκεί η ζωή επιδεικνύει το μάλλον κακόγουστο χιούμορ της: πιάνεις τον εαυτό σου να χρησιμοποιεί ακριβώς τον τόνο που κάποτε σε έκανε να κλείνεις με δύναμη την πόρτα του δωματίου σου.

Η αντιστροφή των ρόλων δεν ανακοινώνεται. Δεν υπάρχει κάποια οικογενειακή τελετή όπου σου λένε «από εδώ και πέρα εσύ είσαι ο υπεύθυνος ενήλικας». Και ευτυχώς, γιατί αρκετοί από εμάς ακόμη ψάχνουμε στο διαδίκτυο πόση ώρα θέλει ένα αυγό για να βράσει. Κι όμως, εκείνοι που κάποτε ήξεραν τι κάνουμε «σε αυτές τις περιπτώσεις» αρχίζουν κάποιες φορές να στρέφονται προς εσένα. Και τότε καταλαβαίνεις κάτι ακόμη: ίσως ούτε εκείνοι ήξεραν πάντα. Απλώς προχωρούσαν σαν να ήξεραν.

Βέβαια, ας μην υπερβάλλουμε. Οι γονείς μας δεν έγιναν ξαφνικά γέροντες. Είναι εξήντα, εξήντα πέντε. Δουλεύουν, ταξιδεύουν, βγαίνουν, κάνουν σχέδια και, σε αρκετές περιπτώσεις, έχουν περισσότερη κοινωνική ζωή από τα παιδιά τους. Το θέμα δεν είναι ότι γέρασαν. Το θέμα είναι ότι για πρώτη φορά καταλαβαίνεις πως μεγαλώνουν. Και κάπου εκεί, στα τριάντα ή στα τριάντα πέντε, έρχεται μια δεύτερη, πολύ πιο ενοχλητική συνειδητοποίηση: αν εκείνοι δεν είναι πια ακριβώς «οι μεγάλοι», τότε μάλλον οι μεγάλοι είμαστε εμείς.

Για χρόνια η ζωή είχε μια βολική σειρά. Υπήρχαν οι παππούδες, οι γονείς και μετά εμείς. Εμείς ήμασταν οι τελευταίοι στη γραμμή. Αυτοί που μπορούσαν ακόμη να πουν «όταν μεγαλώσω».

Μόνο που κάποια στιγμή μεγαλώσαμε.

Και αρκετοί δεν βάλαμε κανέναν πίσω μας στη σειρά. Φτάσαμε στην ηλικία που οι γονείς μας είχαν ήδη παιδιά και μια εντυπωσιακή ικανότητα να δείχνουν ότι ξέρουν τι κάνουν. Εμείς μπορεί να έχουμε δουλειές, σχέσεις, φορολογικές δηλώσεις και πόνους στη μέση, αλλά ένα κομμάτι μας εξακολουθεί να πιστεύει ότι η κανονική ενηλικίωση θα ξεκινήσει κάπως αργότερα. Μόνο που το «αργότερα» έχει μια ενοχλητική συνήθεια να γίνεται «τώρα». Και τότε έρχονται τα ερωτήματα. Θέλω να κάνω παιδί; Δεν θέλω; Το επιθυμώ πραγματικά ή κοιτάζω ξαφνικά το οικογενειακό τραπέζι και διαπιστώνω ότι λείπει η επόμενη γενιά; Και ποιος είπε ότι για να γίνεις πραγματικά «ο μεγάλος» πρέπει να υπάρχει κάποιος μικρός;

Υπάρχει κι ένα άλλο ερώτημα, λίγο πιο άβολο: μέχρι πότε θα μένουμε στη Χώρα του Ποτέ, παριστάνοντας τα αιώνια παιδιά; Ίσως το ζήτημα να είναι αν κρατάμε λίγο παραπάνω τον Πίτερ Παν ζωντανό, επειδή όσο υπάρχει κάποιος μεγαλύτερος από εμάς στο τραπέζι μπορούμε να προσποιούμαστε ότι εμείς είμαστε ακόμη «τα παιδιά». Μόνο που οι γονείς μας μεγαλώνουν. Και χωρίς να μας ζητήσουν την άδεια, μας μετακινούν μία θέση μπροστά.

Κάποιοι θα κάνουν παιδιά. Κάποιοι δε θα κάνουν. Η ενηλικίωση, όμως, δεν αρχίζει όταν αποκτάς κάποιον μικρότερο από εσένα. Αρχίζει όταν αντιλαμβάνεσαι ότι οι «μεγάλοι» που είχες πάνω από το κεφάλι σου τόσα χρόνια ήταν τελικά απλώς άνθρωποι. Άνθρωποι που φοβήθηκαν, δεν ήξεραν, αυτοσχεδίασαν και κατάφεραν να μας πείσουν ότι είχαν τις απαντήσεις. Και τώρα μεγαλώνουν αρκετά ώστε να αρχίσουμε να βλέπουμε πίσω από τον ρόλο. Ίσως αυτή να είναι η πραγματική αντιστροφή. Δεν γινόμαστε εμείς οι γονείς τους και εκείνοι τα παιδιά μας. Απλώς η απόσταση μικραίνει.

Ο άνθρωπος που κάποτε σου φαινόταν άτρωτος αρχίζει να σου φαίνεται ανθρώπινος. Εκείνος που είχε όλες τις απαντήσεις αρχίζει να σε ρωτά. Εκείνος που σε κρατούσε από το χέρι για να περάσετε τον δρόμο, κάποια στιγμή περπατά δίπλα σου. Και ίσως αυτό το «δίπλα» να είναι ολόκληρη η ουσία. Γιατί μεγαλώνοντας δεν παίρνουμε τη θέση των γονιών μας. Στεκόμαστε σιγά σιγά στο ύψος τους. Κι εκείνοι δεν παύουν να είναι οι μεγάλοι επειδή γερνούν. Παύουν να είναι οι μόνοι μεγάλοι.

Πότε, λοιπόν, σταματούν οι γονείς μας να είναι οι μεγάλοι;

Όταν μεγαλώσουμε κι εμείς αρκετά, ώστε να καταλάβουμε ότι ποτέ δεν ήταν τόσο μεγάλοι όσο νομίζαμε.

 

 

Συντάκτης: Βίκυ Παναγοπούλου