Στα είκοσι εννιά, κάπου ανάμεσα σε έναν γάμο που παρακολουθείς ως καλεσμένος και ένα Σάββατο που περνάς μόνος με το κινητό, κάνεις μια αριθμητική που δεν ζήτησε κανείς. Αφαιρείς τα τριάντα από τα πενήντα και διαπιστώνεις ότι είσαι πιο κοντά στην έξοδο παρά στην είσοδο. Τα είκοσι σου τελειώνουν. Και δεν ξέρεις αν τα έζησες ή αν απλώς πέρασαν από πάνω σου.
Ο καθένας φτάνει εκεί από άλλον δρόμο. Ο πρώτος δεν τελείωσε ποτέ το πτυχίο του και νιώθει ότι έμεινε έξω από την αρένα. Ο δεύτερος μισεί τη δουλειά του και πιστεύει ότι είναι αργά για να ξεκινήσει από την αρχή και νωρίς για να περιμένει σαράντα χρόνια τη σύνταξη κάτω από τον ίδιο ζυγό. Ο τρίτος τα έχει όλα τακτοποιημένα και κάπου μέσα στην τακτοποίηση ξέχασε να ζήσει: κάθε Κυριακή του ήταν διάβασμα, δουλειά και γυμναστήριο, και μόνα τα καλοκαίρια θυμόταν να ανοίξει λογοτεχνικό βιβλίο και να χαλαρώσει. Ο τέταρτος αγόρασε σπίτι, αφού έμεινε με τους γονείς του μέχρι τα τριάντα για να εγκριθεί το δάνειο, και τώρα κοιτάζει ένα ακίνητο που πληρώθηκε με μια δεκαετία. Η πέμπτη έζησε τα πάντα, αεροπλάνα, βουνά, ένα νέο Σαββατοκύριακο κάθε φορά, και αναρωτιέται αν οι σχέσεις που έκανε είχαν βάθος ή ήταν κενές δοσοληψίες που δεν θα ήθελε να θυμάται. Ο έκτος έχει μια σχέση από τα δεκαεφτά και δεν ξέρει αν είναι έρωτας ή αδράνεια με καλή φήμη.
Κανείς από αυτούς δεν κοιτάζει τον εαυτό του. Κοιτάζει τον διπλανό. Και ο διπλανός, ό,τι κι αν έχει κάνει, κοιτάζει εκείνον.
Η σύγκριση υπόσχεται ότι κάπου υπάρχει η σωστή δεκαετία και ότι οι άλλοι την πέτυχαν. Δεν υπάρχει. Αυτός που έζησε ελεύθερα φθονεί τη σταθερότητα του παντρεμένου. Ο παντρεμένος φθονεί την ελευθερία του ελεύθερου. Και οι δύο συγκρίνουν τη δική τους ζωή, με όλες τις ρωγμές που ξέρουν, με την πρόσοψη της άλλης. Είναι σαν να κρίνεις ένα σπίτι από μέσα και ένα άλλο από τον δρόμο και να βγάζεις συμπέρασμα για τα θεμέλια.
Υπάρχει και κάτι πιο ύπουλο. Κάθε επιλογή που έκανες, την έκανες πάνω σε κάτι που δεν έκανες. Το πτυχίο κόστισε τα ταξίδια, τα ταξίδια κόστισαν τα χρήματα, τα χρήματα κόστισαν την ανεμελιά. Δεν υπάρχει εκδοχή των είκοσι που να έχει το ένα χωρίς να χάσει το άλλο. Όμως στα είκοσι εννιά λογαριάζουμε μόνο τις απώλειες και ξεχνάμε ότι κάθε μία είχε αντίβαρο που δεν φαίνεται πια, γιατί το ζήσαμε.
Και υπάρχει το άγχος που κανείς δεν παραδέχεται. Δεν φοβόμαστε τα τριάντα. Φοβόμαστε ότι θα κληθούμε να διαλέξουμε. Να παραδώσουμε την ελευθερία μας, που κερδήθηκε μετά τα 20, που κράτησε μονάχα 9 χρόνια, αυτό το «κάνω ό,τι γουστάρω χωρίς να λογοδοτώ», χωρίς να ξέρουμε αν κάτι τη διαδέχεται ή αν θα μείνουμε με το κενό της. Εδώ κρύβεται η παγίδα. Περιμένουμε κάποιο γεγονός, μια πρόταση από έναν άνθρωπο, μια δουλειά, ένα σπίτι, που θα μας βάλει στη σειρά και θα δικαιολογήσει όσα προηγήθηκαν. Σαν η ζωή να έχει ένα σημείο στο οποίο καταλαβαίνεις αναδρομικά ότι όλα έγιναν για κάποιο λόγο. Δεν έχει. Το νόημα δεν ανακαλύπτεται στο τέλος μιας δεκαετίας. Φτιάχνεται από παρορμητικές πράξεις που κάνεις χωρίς να ξέρεις αν θα βγουν σωστές.
Όλοι περνάμε από τον ίδιο έλεγχο: ήμουν ευτυχισμένος; Έκανα όσα ήθελα; Είμαι έτοιμος για το επόμενο βήμα; Για το επόμενο κεφάλαιο; Και σχεδόν όλοι απαντάμε όχι. Μόνο που το «όχι» δεν είναι καταδίκη. Είναι η απάντηση που θα έδινε οποιοσδήποτε ειλικρινής άνθρωπος, γιατί η ετοιμότητα δεν έρχεται πριν. Έρχεται μετά, όταν ήδη έχεις μπει στο επόμενο τερέν.
Ίσως λοιπόν η σωστή ερώτηση να μην είναι «τι έχασα;». Μπορεί να είναι: ποιο κομμάτι από όσα έκανα θα το ξανακάνω, και ποιο δεν ήμουν εγώ; Η πρώτη ερώτηση σε αφήνει να μετράς. Η δεύτερη σε αφήνει να ξεχωρίσεις.
Στα τριάντα δεν θα φτάσεις καθαρός, ούτε πετυχημένος, ούτε ξέγνοιαστος. Θα φτάσεις με όσα έζησες και όσα άφησες. Αυτό δεν είναι ελάττωμα της δεκαετίας. Είναι το υλικό στο οποίο θα στηριχθεί η επόμενη.
