Υπάρχουν σχέσεις που θα έπρεπε να έχουν τελειώσει εδώ και μήνες, αλλά συνεχίζουν να υπάρχουν χάρη σε μερικές πολύ καλές νύχτες. Κυριολεκτικά. Γιατί, όταν δύο άνθρωποι δεν μπορούν να συμφωνήσουν ούτε στο τι θα φάνε, αλλά μπορούν να συμφωνήσουν με αξιοθαύμαστη ακρίβεια στο τι θα κάνουν στο κρεβάτι, είναι λογικό να αναρωτηθούμε αν αυτό είναι έρωτας ή απλώς ένας πολύ αποτελεσματικός τρόπος να αναβάλλουμε το αναπόφευκτο.
Από την άλλη, υπάρχουν σχέσεις με αγάπη, τρυφερότητα, κοινά ενδιαφέροντα, παρόμοιο χιούμορ και όλα εκείνα τα ωραία που υποτίθεται ότι χρειαζόμαστε για να είμαστε μαζί. Μοιραζόμαστε τις σκέψεις μας, γνωρίζουμε τους φίλους του άλλου, κάνουμε σχέδια για το μέλλον και έχουμε φτάσει στο σημείο να ξέρουμε τι θα παραγγείλει πριν ανοίξει καν το μενού. Κι όμως, όταν κλείνει η πόρτα του υπνοδωματίου, κάτι δεν λειτουργεί.
Μπορούμε να αγαπάμε κάποιον και να μην ταιριάζουμε σ#ξουαλικά. Μπορούμε να ταιριάζουμε σ#ξουαλικά και να μην αντέχουμε ο ένας τον άλλον στην καθημερινότητα. Και κάπου ανάμεσα στις δύο αυτές αλήθειες βρίσκεται μια ερώτηση που δεν συζητάμε όσο συχνά θα έπρεπε: τελικά, πόσο σημαντικό είναι το σ#ξ για να κρατήσει μια σχέση;
Και το καλό σ#ξ είναι υπέροχο. Είναι οικειότητα, παιχνίδι, επιθυμία, επικοινωνία χωρίς απαραίτητα να χρειάζονται λέξεις. Είναι η αίσθηση ότι μπορούμε να αφεθούμε, να γελάσουμε, να εξερευνήσουμε ο ένας τον άλλον και να νιώσουμε επιθυμητοί. Δεν είναι λίγο. Δεν είναι ασήμαντο. Αλλά δεν είναι και πιστοποιητικό καταλληλότητας για σχέση. Γιατί μπορούμε να ταιριάζουμε τέλεια γυμνοί και να μην ταιριάζουμε καθόλου ντυμένοι. Μπορεί να έχουμε έναν άνθρωπο που ξέρει ακριβώς πού να μας αγγίξει, αλλά δεν ξέρει πώς να μας μιλήσει όταν είμαστε στενοχωρημένοι. Που μπορεί να μας κάνει να χάσουμε τα λόγια μας στο κρεβάτι, αλλά να μας αφήσει χωρίς λόγια όταν προσπαθούμε να εξηγήσουμε γιατί κάτι μας πλήγωσε.
Συχνά χρησιμοποιούμε το σ#ξ σαν επιχείρημα υπεράσπισης της σχέσης μας. «Ναι, αλλά όταν είμαστε μαζί είναι υπέροχα». «Ναι, αλλά υπάρχει τρομερή χημεία». Το επαναλαμβάνουμε σαν να προσπαθούμε να πείσουμε έναν εσωτερικό δικαστή ότι υπάρχουν αρκετά ελαφρυντικά για να αθωωθεί μια σχέση που μας εξαντλεί.
Το σ#ξ μπορεί να μας φέρει κοντά, να μας βοηθήσει να ξαναβρούμε την επαφή μας και να δημιουργήσει στιγμές σύνδεσης. Δεν μπορεί, όμως, να αντικαταστήσει τον σεβασμό, την εμπιστοσύνη, τη συνεννόηση και την καθημερινή φροντίδα. Δεν μπορεί να λύσει από μόνο του μια σύγκρουση που αποφεύγουμε εδώ και μήνες. Ούτε να μετατρέψει έναν άνθρωπο που δεν μας ακούει σε άνθρωπο που μας καταλαβαίνει. Αν η σχέση μας είναι ένα σπίτι με ρωγμές, το καλό σ#ξ μπορεί να μας κάνει να ξεχαστούμε για λίγο μέσα του. Δεν μπορεί να διορθώσει τα θεμέλια.
Και κάπου εδώ έρχεται η άλλη πλευρά της ιστορίας: το κακό σ#ξ. Γιατί, ενώ το καλό σ#ξ δεν αρκεί για να κρατήσει μια σχέση ζωντανή, το σ#ξ που δεν μας ικανοποιεί, δεν μας εκφράζει ή μας κάνει να νιώθουμε αποκομμένοι μπορεί να γίνει ένα πρόβλημα πολύ μεγαλύτερο από αυτό που φαίνεται αρχικά. Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι. Κακό σ#ξ δε σημαίνει απαραίτητα ότι κάποιος δεν ξέρει τι κάνει. Δε χρειάζεται να είμαστε επαγγελματίες ακροβάτες, να γνωρίζουμε δεκαεπτά στάσεις από μνήμης ή να έχουμε διαβάσει ολόκληρη εγκυκλοπαίδεια ερωτικών τεχνικών.
Το πρόβλημα δεν είναι να μη γνωρίζουμε εξαρχής τι αρέσει στον άλλον. Το πρόβλημα είναι να μη θέλουμε να μάθουμε. Να μη ρωτάμε, να μη συζητάμε, να μην ακούμε. Να θεωρούμε ότι το σ#ξ είναι κάτι που απλώς συμβαίνει και ότι, αν δύο άνθρωποι αγαπιούνται, όλα θα λειτουργήσουν αυτόματα. Σαν να υπάρχει κάποιο αόρατο Bluetooth που συνδέει τα σώματα και συγχρονίζει τις επιθυμίες τους χωρίς καμία ανθρώπινη παρέμβαση.
Η σ#ξουαλική επαφή χρειάζεται επικοινωνία, προσοχή και διάθεση να συναντήσουμε τον άλλον. Χρειάζεται να μπορούμε να πούμε τι μας αρέσει, τι δεν μας αρέσει, τι θέλουμε να δοκιμάσουμε και τι δεν θέλουμε καθόλου. Χρειάζεται να νιώθουμε ασφαλείς να εκφραστούμε χωρίς να φοβόμαστε ότι θα πληγώσουμε τον εγωισμό του συντρόφου μας ή ότι θα χαρακτηριστούμε δύσκολοι, απαιτητικοί ή υπερβολικοί. Και όταν αυτό λείπει, το σ#ξ μπορεί σταδιακά να μετατραπεί σε κάτι που κάνουμε από συνήθεια, από υποχρέωση ή επειδή θεωρούμε ότι έτσι πρέπει να λειτουργεί μια σχέση. Μπορεί να αρχίσουμε να αποφεύγουμε τις στιγμές οικειότητας, να νιώθουμε άβολα με το σώμα μας, να απογοητευόμαστε ή να αναρωτιόμαστε αν εξακολουθούμε να επιθυμούμε ο ένας τον άλλον.
Το χειρότερο δεν είναι απαραίτητα ότι δεν περνάμε καλά. Είναι ότι σταματάμε να μιλάμε γι’ αυτό. Γιατί το σ#ξ είναι ένα από τα πιο ευάλωτα σημεία μιας σχέσης. Εκεί εκτίθενται οι ανασφάλειές μας, οι φόβοι μας, οι ανάγκες μας και ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την επιθυμία. Όταν κάτι δεν λειτουργεί, δεν είναι πάντα εύκολο να το παραδεχτούμε. Μπορεί να φοβόμαστε ότι θα πληγώσουμε τον άλλον ή ότι θα ακούσουμε κάτι που δεν είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε. Έτσι, σωπαίνουμε. Κάνουμε πως όλα είναι εντάξει. Και σιγά σιγά δημιουργείται μια απόσταση που δεν φαίνεται απαραίτητα στις φωτογραφίες μας, αλλά τη νιώθουμε όταν ξαπλώνουμε δίπλα στον άνθρωπο που υποτίθεται ότι μας γνωρίζει καλύτερα από όλους.
Βέβαια, δεν χρειάζεται κάθε σ#ξουαλική δυσκολία να μετατρέπεται σε υπαρξιακή κρίση. Υπάρχουν περίοδοι κούρασης, άγχους, αλλαγών, ορμονικών διακυμάνσεων και διαφορετικών επιπέδων επιθυμίας. Υπάρχουν σχέσεις που περνούν φάσεις και ζευγάρια που χρειάζεται να ξαναβρούν τον ρυθμό τους. Δεν σημαίνει ότι μια δύσκολη περίοδος στο σ#ξ είναι αυτομάτως το τέλος μιας σχέσης. Η διαφορά βρίσκεται στο αν θέλουμε να προσπαθήσουμε μαζί. Αν μπορούμε να συζητήσουμε χωρίς να κατηγορούμε. Αν υπάρχει διάθεση να ακούσουμε και να πειραματιστούμε. Αν καταλαβαίνουμε ότι η σ#ξουαλική ικανοποίηση δεν είναι ατομικό πρωτάθλημα, αλλά μια εμπειρία που χτίζεται ανάμεσα σε δύο ανθρώπους. Και, κυρίως, αν μπορούμε να δεχτούμε ότι ο άλλος δεν είναι υποχρεωμένος να θέλει ακριβώς όσα θέλουμε εμείς, αλλά ούτε κι εμείς να παραμερίζουμε διαρκώς τις δικές μας ανάγκες για να διατηρήσουμε την ηρεμία.
Γιατί το σ#ξ δεν είναι μόνο το τι συμβαίνει στο κρεβάτι. Είναι και το τι συμβαίνει πριν και μετά από αυτό. Είναι ο τρόπος που αγγίζουμε τον άλλον όταν δεν περιμένουμε να ακολουθήσει κάτι. Είναι η τρυφερότητα, το φλερτ, η επιθυμία που δεν εκφράζεται πάντα με την ίδια ένταση. Είναι η δυνατότητα να πούμε «όχι» χωρίς να τιμωρηθούμε με απόσταση και να πούμε «θέλω» χωρίς να ντραπούμε.
Τελικά, ίσως το καλό σ#ξ να μην είναι αυτό που σώζει μια σχέση, αλλά αυτό που μας θυμίζει πόσο όμορφη μπορεί να είναι η σύνδεση όταν υπάρχει ήδη χώρος γι’ αυτήν. Και ίσως το κακό σ#ξ να μην είναι αυτό που τελειώνει μια σχέση, αλλά αυτό που μας αναγκάζει να κοιτάξουμε κατάματα όλα όσα δεν λειτουργούν, μέσα και έξω από την κρεβατοκάμαρα. Γιατί μπορούμε να επιβιώσουμε από ένα άβολο ραντεβού, μια κακή μέρα ή ένα αποτυχημένο φιλί. Μπορούμε να γελάσουμε, να συζητήσουμε, να δοκιμάσουμε ξανά.
Αυτό που δυσκολευόμαστε να αντέξουμε είναι να βρισκόμαστε σε μια σχέση όπου δεν μπορούμε να μιλήσουμε για όσα μας λείπουν, όπου η επιθυμία έχει γίνει υποχρέωση και η οικειότητα μια ακόμη εκκρεμότητα στη λίστα της καθημερινότητας. Δεν χρειαζόμαστε έναν άνθρωπο που θα μας κάνει να ξεχνάμε τα προβλήματά μας για μερικές ώρες. Χρειαζόμαστε έναν άνθρωπο με τον οποίο θα μπορούμε να τα αντιμετωπίζουμε και όταν φοράμε τα ρούχα μας. Γιατί το καλό σ#ξ μπορεί να μας κάνει να θέλουμε να ξαναβρεθούμε στο ίδιο κρεβάτι. Αλλά αυτό που μας κάνει να θέλουμε να ξυπνήσουμε δίπλα στον ίδιο άνθρωπο, να μοιραστούμε την καθημερινότητά μας και να συνεχίσουμε να τον επιλέγουμε, είναι μια πολύ μεγαλύτερη ιστορία.
