Υπάρχει μια στιγμή στην ενήλικη ζωή που συνειδητοποιείς πως έχεις μετατραπεί στον άνθρωπο που κάποτε κορόιδευες. Εκείνον που λέει «Παιδιά, σήμερα δεν θα μπορέσω, είμαι πολύ κουρασμένος», ενώ πριν από δύο ώρες ανυπομονούσε να βάλει το αγαπημένο του outfit, να πιει δυο ποτά και να επιστρέψει σπίτι με τουλάχιστον μία ιστορία που θα άξιζε να διηγηθεί την επόμενη μέρα. Τον άνθρωπο που περνάει όλη την εβδομάδα λέγοντας «Πρέπει να κανονίσουμε κάτι, έχουμε χαθεί» και, μόλις κανονιστεί αυτό το κάτι, εύχεται να προκύψει μια κοινωνικά αποδεκτή καταστροφή που θα του επιτρέψει να μείνει στον καναπέ χωρίς τύψεις.

Γιατί, τελικά, άλλο να θέλεις να έχεις κοινωνική ζωή και άλλο να πρέπει να σηκωθείς, να ετοιμαστείς και να συμμετάσχεις σε αυτήν. Και κάπου ανάμεσα στην ανάγκη μας να ζήσουμε πράγματα και στην επιθυμία μας να μη χρειαστεί να αλλάξουμε πλευρό στον καναπέ, ανακαλύπτουμε πως η ενηλικίωση είναι γεμάτη αντιφάσεις. Η μεγαλύτερη από αυτές; Να ακυρώνεις την έξοδο, να νιώθεις ανακούφιση για περίπου είκοσι λεπτά και μετά να στενοχωριέσαι που δεν πήγες.

Καλώς ήρθες στην ενηλικίωση. Εκεί που είσαι ταυτόχρονα ο άνθρωπος που θέλει να βγει και ο άνθρωπος που ακυρώνει την έξοδο επειδή πρέπει να λούσει τα μαλλιά του. Και οι δύο είσαι εσύ. Δυστυχώς, δεν υπάρχει κάποιος τρίτος να αναλάβει την ευθύνη. Το έργο ξεκινάει συνήθως από νωρίς. Έχεις κανονίσει να βγεις Παρασκευή βράδυ. Το έχεις συζητήσει, έχεις συμφωνήσει, έχεις πει με ενθουσιασμό «Ναι, μέσα!» και έχεις αρχίσει να φαντάζεσαι πού θα πάτε, τι θα φορέσεις και πόσο ωραία θα περάσετε. Για μερικές ώρες, μάλιστα, η έξοδος αυτή αποτελεί το φωτεινό σημείο της εβδομάδας σου.

Μέχρι να έρθει η Παρασκευή.

Ξαφνικά, η ιδέα του να σηκωθείς από τον καναπέ, να κάνεις ντους, να ετοιμαστείς, να βρεις τι θα φορέσεις, να μετακινηθείς, να μιλήσεις με ανθρώπους και να επιστρέψεις κάποια στιγμή στο σπίτι μοιάζει με αποστολή της NASA. Δεν είναι πια μια απλή έξοδος. Είναι ένα ολόκληρο επιχειρησιακό σχέδιο με προϋπολογισμό ενέργειας που δεν διαθέτεις.

Κοιτάζεις το κρεβάτι σου και σκέφτεσαι πως, τελικά, ίσως η πραγματική ευτυχία να είναι να μη χρειάζεται να φορέσεις σουτιέν για τις επόμενες έξι ώρες. Και τότε στέλνεις το μήνυμα.

«Παιδιά, συγγνώμη, είμαι πτώμα σήμερα. Δεν θα τα καταφέρω. Να περάσετε τέλεια!»

Το στέλνεις και νιώθεις αμέσως ανακούφιση. Σχεδόν συγκίνηση. Επιτέλους, δεν χρειάζεται να κάνεις τίποτα. Δεν χρειάζεται να βιαστείς, να βαφτείς, να διαλέξεις παπούτσια ή να αναρωτηθείς αν το παντελόνι που σου άρεσε πριν από τρεις ώρες εξακολουθεί να σου αρέσει.

Είσαι ελεύθερος.

Είσαι ασφαλής.

Είσαι με τις πιτζάμες σου.

Γιατί περνούν περίπου σαράντα λεπτά και η ανακούφιση αρχίζει να δίνει τη θέση της σε μια αδιόρατη ανησυχία. Μήπως τελικά μπορούσες να πας; Μήπως δεν ήσουν τόσο κουρασμένος; Μήπως χρειαζόσουν απλώς ένα ντους και λίγη μουσική για να αλλάξει η διάθεσή σου; Ανοίγεις το Instagram και βλέπεις τους φίλους σου να έχουν ήδη φτάσει στο μαγαζί. Είναι χαμογελαστοί, είναι όμορφοι, έχουν παραγγείλει ποτά και φαίνεται να περνούν υπέροχα. Κάποιος ανεβάζει story με λεζάντα «οι αγαπημένοι μου άνθρωποι» και ξαφνικά αισθάνεσαι ότι δεν ακύρωσες απλώς μια έξοδο. Ακύρωσες τη συμμετοχή σου σε μια ιστορική βραδιά που θα συζητιέται για τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια.

Δεν έχει συμβεί απολύτως τίποτα, αλλά το μυαλό σου έχει ήδη δημιουργήσει τρία διαφορετικά σενάρια. Στο πρώτο, οι φίλοι σου γνωρίζουν κάποιον καταπληκτικό άνθρωπο και περνούν τη βραδιά της ζωής τους. Στο δεύτερο, συμβαίνει κάτι ξεκαρδιστικό και εσύ θα είσαι ο μοναδικός άνθρωπος που δεν θα καταλάβει ποτέ το αστείο. Στο τρίτο, όλοι περνούν τόσο υπέροχα που αποφασίζουν να μετακομίσουν μαζί, να ανοίξουν ένα μπαρ και να μη σε ξανακαλέσουν ποτέ.

Και εσύ κάθεσαι στον καναπέ με μια μάσκα προσώπου και αναρωτιέσαι αν έκανες το μεγαλύτερο λάθος της ζωής σου. Η απάντηση είναι πως όχι. Απλώς είσαι ένας άνθρωπος που ήθελε να ξεκουραστεί και τώρα θέλει να διασκεδάσει. Ταυτόχρονα. Κατά προτίμηση χωρίς να χρειαστεί να σηκωθεί. Αυτό είναι ίσως το πιο παράλογο κομμάτι της ενηλικίωσης: δεν έχουμε μόνο υποχρεώσεις. Έχουμε και μια ολόκληρη διαπραγμάτευση με τον εαυτό μας για το πώς θα αξιοποιήσουμε τον ελεύθερο χρόνο μας. Θέλουμε να βγούμε, αλλά θέλουμε και να μείνουμε μέσα. Θέλουμε να δούμε τους φίλους μας, αλλά θέλουμε να μη μιλήσουμε σε κανέναν. Θέλουμε να ζήσουμε εμπειρίες, αλλά θα προτιμούσαμε να μην απαιτούν προετοιμασία, μετακίνηση και κοινωνική αλληλεπίδραση.

Με λίγα λόγια, θέλουμε τη ζωή, αλλά αν γίνεται να μας τη φέρουν στο σπίτι. Και δεν είναι μόνο η κούραση. Είναι ότι, όσο μεγαλώνουμε, τόσο περισσότερο ο χρόνος μας γεμίζει με πράγματα που πρέπει να γίνουν. Δουλειά, λογαριασμοί, ψώνια, καθαριότητα, εκκρεμότητες που εμφανίζονται με την ταχύτητα που εξαφανίζονται τα χρήματα από τον λογαριασμό μας. Κάποια στιγμή, η ξεκούραση παύει να είναι πολυτέλεια και γίνεται ανάγκη. Μόνο που, μέσα σε όλο αυτό, υπάρχει και μια άλλη ανάγκη. Εκείνη που μας θυμίζει ότι δεν θέλουμε απλώς να λειτουργούμε. Θέλουμε να ζούμε.

Θέλουμε να γελάσουμε τόσο δυνατά που να μας πονέσει η κοιλιά μας. Να γυρίσουμε σπίτι αργά και να αναρωτιόμαστε πώς πέρασαν έξι ώρες χωρίς να το καταλάβουμε. Να συναντήσουμε ανθρώπους που μας κάνουν να ξεχνάμε για λίγο τις εκκρεμότητές μας. Να έχουμε ιστορίες να διηγηθούμε τη Δευτέρα, όχι μόνο παράπονα για το πόσο γρήγορα πέρασε το Σαββατοκύριακο. Και κάπως έτσι, ενώ έχουμε ακυρώσει την έξοδο για να προστατεύσουμε την ενέργειά μας, καταλήγουμε να στενοχωριόμαστε επειδή δεν τη χρησιμοποιήσαμε για κάτι που θα μας γέμιζε.

Το αστείο είναι ότι μπορεί να περάσουμε όλο το βράδυ μέσα, να μην κάνουμε απολύτως τίποτα και παρ’ όλα αυτά να μην ξεκουραστούμε πραγματικά. Γιατί, αντί να απολαμβάνουμε την ησυχία μας, σκεφτόμαστε τι θα μπορούσαμε να κάνουμε αν είχαμε βγει. Δεν βλέπουμε τη σειρά, γιατί κοιτάζουμε το κινητό. Δεν απολαμβάνουμε το φαγητό, γιατί χαζεύουμε τα stories. Δεν κοιμόμαστε νωρίς, γιατί έχουμε αποφασίσει να παρακολουθήσουμε μέχρι τέλους μια έξοδο στην οποία δεν πήγαμε.

Είναι ένας υπέροχος τρόπος να μην απολαύσεις ούτε το μέσα ούτε το έξω. Ίσως, όμως, το μυστικό να μην είναι να πιέζουμε τον εαυτό μας να βγαίνει κάθε φορά. Ούτε να ακυρώνουμε τα πάντα με την πρώτη δυσκολία. Ίσως είναι να μάθουμε να ξεχωρίζουμε πότε χρειαζόμαστε πραγματικά ξεκούραση και πότε απλώς βαριόμαστε να περάσουμε από τη διαδικασία μέχρι να φτάσουμε στη διασκέδαση.

Γιατί πολλές φορές το δυσκολότερο κομμάτι της εξόδου είναι τα πρώτα είκοσι λεπτά. Το να σηκωθείς, να ετοιμαστείς, να βγεις από την πόρτα. Και μετά, κάπου ανάμεσα στο πρώτο ποτό και στην πρώτη πραγματικά ωραία κουβέντα, θυμάσαι γιατί ήθελες να πας εξαρχής. Άλλες φορές, πάλι, βγαίνεις και μετράς αντίστροφα μέχρι να επιστρέψεις στο σπίτι. Και τότε καταλαβαίνεις ότι καλά έκανες και έμεινες μέσα την προηγούμενη Παρασκευή.

Δεν υπάρχει πάντα σωστή απόφαση. Υπάρχει μόνο η προσπάθεια να μην αντιμετωπίζουμε κάθε επιλογή μας σαν να ήταν μια χαμένη ευκαιρία για μια καλύτερη ζωή. Δε χρειάζεται κάθε βράδυ να είναι αξέχαστο. Δεν χρειάζεται κάθε πρόσκληση να γίνεται αποδεκτή. Και δεν χρειάζεται να απολογούμαστε επειδή επιλέξαμε το σπίτι μας αντί για ένα μπαρ. Αρκεί να μη μετατρέπουμε την ξεκούραση σε ενοχή και τον ελεύθερο χρόνο σε ακόμη μία υποχρέωση που πρέπει να εκπληρώσουμε σωστά.

Και την επόμενη φορά που θα ακυρώσουμε μια έξοδο, ας προσπαθήσουμε να κάνουμε κάτι επαναστατικό: να μείνουμε μέσα και να το απολαύσουμε. Να κλείσουμε το Instagram, να αφήσουμε τους φίλους μας να περάσουν καλά χωρίς να παρακολουθούμε κάθε λεπτό της βραδιάς τους και να θυμηθούμε ότι η ζωή δεν συμβαίνει μόνο εκεί όπου δεν είμαστε. Και αν, τελικά, το βράδυ αποδειχθεί τόσο βαρετό που στις έντεκα και μισή αρχίσουμε να ντυνόμαστε για μια έξοδο που τελειώνει στις δώδεκα, ας μην ανησυχήσουμε.

Άλλωστε, η ενηλικίωση δεν είναι να ξέρεις πάντα τι θέλεις. Είναι να ακυρώνεις την έξοδο, να χαίρεσαι που θα μείνεις σπίτι, να στενοχωριέσαι που δεν πήγες, να λες ότι την επόμενη φορά δεν θα το ξανακάνεις και, τρεις μέρες αργότερα, να στέλνεις το ίδιο μήνυμα.

«Παιδιά, συγγνώμη, είμαι πτώμα σήμερα».

Και κάπου εκεί, ανάμεσα στην κοινωνική ζωή που ονειρευόμαστε και στην ησυχία που τελικά επιλέγουμε, ανακαλύπτουμε το πραγματικό νόημα της ωριμότητας. Δεν είναι να έχεις βρει την ισορροπία. Είναι να ξέρεις ότι αύριο θα μετανιώνεις για τη σημερινή σου απόφαση και παρ’ όλα αυτά να έχεις ήδη παραγγείλει πίτσα.

Συντάκτης: Αθηνά Συντυχάκη - Θάνου