Μπορείς να συστηθείς σε κάποιον από τον τρόπο που καθαρίζεις.

Για παράδειγμα εγώ: Μία φορά τον μήνα καθαρίζω παντζούρια, παράθυρα και ντουλάπες. Το εσωτερικό. Μία φορά την εβδομάδα (εκτός κι αν φυσάει), καθαρίζω τις ράγες των παραθύρων, την τροφοθήκη και το ψυγείο. Καθημερινά, το πρωί πριν από τη δουλειά και μόλις επιστρέψω, βεράντες, σκούπισμα, σφουγγάρισμα, κουζίνα και μπάνια.

Μένω μόνη σε ένα σπίτι 100 τετραγωνικών. Λίγο μικρότερο από εκείνο των 170 στο θεατρικό του Τσουρή. Αν δεν (το) καθαρίσω, δεν μπορώ να κάνω τίποτε άλλο. Να διαβάσω, να φάω, να χαλαρώσω. Δε χαλαρώνω σχεδόν ποτέ. Μόνο κάνοντας γυμναστική, περπατώντας ή καθαρίζοντας. Και καθαρίζοντας ξανά. Και ξανά. Και ξανά. Σκληρός ρεαλισμός, δράμα και μαύρο χιούμορ. Σαν το θεατρικό του Τσουρή. Ξανά.

Το καθάρισμα μου δίνει την αίσθηση του ελέγχου. Ψεύτικου, μα αληθινού στο κεφάλι μου. Δεν μπορώ να ελέγξω τη διατροφική διαταραχή μου, τη δουλειά ή το συναίσθημά μου κι ελέγχω την ποσόστωση της καθαριότητας. Ανακουφίζομαι… βάζοντας τα πράγματα στη σειρά. Στα κυριολεκτικά κουτάκια τους, που είναι ταυτόχρονα κι εγκεφαλικά. Τακτοποιώντας τα συρτάρια, τακτοποιώ τη ζωή μου. Τρίβω και φεύγουν παροδικά η θλίψη κι ο πόνος. Ο θυμός. Κυρίως αυτός. Τον τρίβω με σύρμα, μαζί με την ανύπαρκτη μαυρίλα στα πλακάκια. Ξεσκονίζω και ξεπλένω το μέσα μου με ένα πανάκι από μικροΐνες και ένα βετέξ. Καθαρίζω, όπως έτρεχε στην ομώνυμη ταινία ο Φόρεστ Γκαμπ για να αντέξει τη μοναξιά και το πένθος. Ό,τι θεωρώ ότι με ταΐζει η καθημερινότητα, το καθαρίζω στη λεκάνη της τουαλέτας. Ναι, καλά κατάλαβες. Σ κ @ τ @.

Τελειώνοντας (όπως μετά το σ#ξ), κάθομαι κατάκοπη στον καναπέ και νιώθω στιγμιαία την έκσταση. Δυστυχώς, κρατάει λίγο. Σαν δόση. Μη γελάς. Ξέρω. Ότι ξέρεις. Ξέρουμε. Η ηδονή διαρκεί όσο καθαρίζω. Σαν τον οργασμό, τελειώνει γρήγορα. Λύτρωση κι ανακούφιση. Μετά θέλω να καθαρίσω. Ξανά.

Όσο εργαζόμουν σε μία δομή ΑμεΑ, βρισκόμουν αντιμέτωπη με πολλούς θεραπευόμενους που αυτοτραυματίζονταν για να αυτοπροσδιοριστούν. Για να νιώσουν πού βρίσκονται. Να νιώσουν γενικότερα και ειδικότερα. Κάνω το ίδιο καθαρίζοντας, αφού φοβάμαι ή ντρέπομαι να δαγκώσω δυνατά τον καρπό μου, να χτυπήσω το κεφάλι μου, να ουρλιάξω στο μετρό ή στη δουλειά. Μόνη, καθαρίζω. Για να αισθανθώ χαρά, για να αισθανθώ ότι υπάρχω, ότι είμαι ζωντανή. Ότι δεν με έχει καταπιεί το σύστημα και ο εαυτός μου. Δεν ελέγχω μόνο. Δεν ηδονίζομαι απλώς. Η ίδια η πράξη, η εκτέλεσή της, με συντονίζει και με αυτορρυθμίζει, σαν την επαναλαμβανόμενη κίνηση του αυτισμού, δεξιά κι αριστερά. Ταυτόχρονα, αποτελεί και τη μοναδική μου επιβράβευση.

Ναι, ρε συ, κάτι κάνω καλά. Δεν μπορώ να βρω δουλειά, σύντροφο, ζωή, δεν τα καταφέρνω πουθενά, αλλά, ρε φίλε (bro μου), καθαρίζω ΓΑΜΆΤΑ. Στο λέω. Θα μπορούσα να το κάνω επαγγελματικά, αν δεν ντρεπόμουν. Γιατί ντρέπομαι για το τι θα πει ο κόσμος κι ας κάνω ότι δε με νοιάζει. Ενώ και τώρα αυτό κάνω. Καθαρίζω τη βρωμιά των άλλων, απλώς κλείνοντας το μάτι σε ένα ωραίο, φαινομενικά, περιτύλιγμα. Όσο χειρότερα είμαι ψυχολογικά, τόσο περισσότερη ηδονή παίρνω. Την ίδια στιγμή, δε μου αρκεί το δικό μου σπίτι, η τσάντα μου και τα τσαντάκια της. Επεκτείνομαι σε σπίτια άλλων, χωρίς αιδώ. Καθαρίζω στη δουλειά, σκουπίζω το δωμάτιο του αδελφού μου, την κουζίνα της μαμάς μου, πετάω πράγματα από όποιο ντουλάπι μού παραχωρείται. Παρεμβαίνω αυτοβούλως συνήθως, με κίνδυνο να παρεξηγηθώ, αφού δε ρωτώ καν. Εισβάλλω δίχως σεβασμό στον χώρο του άλλου.

Δεν κάνω un(box)ing τη ζωή μου. Αρνούμαι, φοβάμαι. Αντί να δοκιμάσω την αλλαγή και να πετάξω ό,τι δεν χρειάζομαι, πετάω ρούχα και αντικείμενα (που χρειάζομαι) ενώ παίζω μποξ με τον εαυτό μου, ελπίζοντας να ξυπνήσω και να αισθανθώ ζωντανή. Πληρώνω γι’ αυτή μου την άρνηση με ιδεοψυχαναγκασμούς και εμμονές. Σαν τον Έντουαρντ Νόρτον στο Fight Club, χωρίς τα εμφανή σημάδια. Μόνο τα εσωτερικά.

Το μαύρο μου παραμένει κι επιμένει. Μυρίζει ντετόλ και μπαίνει στον κουβά. Με τα βρόμικα νερά. Όσες φορές κι αν τον αδειάσω, ξαναγεμίζει. Μαυρίλα και βρομιά. Καθαρίζω, άρα υπάρχω. Ή για να υπάρχω. Για αυτόν τον οργασμό των μερικών δευτερολέπτων που δεν είναι καν δικός μου. Τον υποκρίνομαι.

 

 

Συντάκτης: Ιωάννα Σκοτίδα