Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων. Εκείνοι που αγοράζουν κάτι επειδή το χρειάζονται και εκείνοι που το αγοράζουν επειδή από 79,90 € έπεσε στα 24,99 €. Αν ανήκεις στη δεύτερη κατηγορία, καλώς ήρθες στο κλαμπ. Έχουμε όλοι από ένα αντικείμενο στο σπίτι που δεν ξέρουμε ακριβώς γιατί το αποκτήσαμε, αλλά είμαστε περήφανοι για την τιμή του.
Γιατί, μεταξύ μας, η λέξη «προσφορά» έχει μια περίεργη δύναμη. Μπορεί να μετατρέψει το πιο αδιάφορο αντικείμενο σε ευκαιρία ζωής και να μας πείσει ότι η ευτυχία βρίσκεται μόλις ένα κλικ μακριά. Ή, έστω, μέχρι την επόμενη δωρεάν αποστολή. Το αγοράσαμε γιατί θα το χρειαζόμασταν κάποια στιγμή. Αυτή είναι ίσως η πιο αγαπημένη μας δικαιολογία. Δεν χρειαζόμαστε σήμερα εκείνη τη συσκευή που φτιάχνει βάφλες σε σχήμα καρδιάς, αλλά ποιος μας εγγυάται ότι δεν θα τη χρειαστούμε μια Τρίτη του Νοεμβρίου; Κάπως έτσι αποκτούμε αντικείμενα για μια μελλοντική εκδοχή του εαυτού μας. Εκείνη που ξυπνάει νωρίς, φτιάχνει πρωινό σαν να διατηρεί δικό της ξενοδοχείο και έχει χρόνο για δημιουργικά χόμπι.
Στην πραγματικότητα, η συσκευή παραμένει στο κουτί της και εμείς συνεχίζουμε να τρώμε φρυγανιές πάνω από τον νεροχύτη. Δεν πειράζει. Τουλάχιστον είμαστε προετοιμασμένοι για το ενδεχόμενο να αλλάξει ξαφνικά η προσωπικότητά μας. Δεν ξοδέψαμε, εξοικονομήσαμε! Εδώ τα πράγματα αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Γιατί υπάρχει μια μαθηματική πράξη που λειτουργεί αποκλειστικά την περίοδο των εκπτώσεων. Αν κάτι κόστιζε 100 € και το αγοράσαμε 40 €, στο μυαλό μας έχουμε κερδίσει 60 €. Το γεγονός ότι προηγουμένως δεν σκοπεύαμε να ξοδέψουμε ούτε ένα ευρώ γι’ αυτό είναι μια μικρή, ασήμαντη λεπτομέρεια.
Και φυσικά, όταν κάποιος μας ρωτήσει πόσο κόστισε, δεν απαντάμε ποτέ μόνο την τελική τιμή. Είναι υποχρεωτικό να αναφέρουμε και την αρχική, με ύφος ανθρώπου που μόλις ολοκλήρωσε μια εξαιρετικά επιτυχημένη επιχειρηματική συμφωνία. «Δεν φαντάζεσαι πόσο το πήρα!» Και πράγματι, δεν φαντάζεται. Κυρίως επειδή δεν καταλαβαίνει γιατί αγοράσαμε τρίτο επιτραπέζιο φωτιστικό, ενώ διαθέτουμε ήδη δύο.
Η ντουλάπα με τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις
Κάπου σε κάθε σπίτι υπάρχει ένα ρούχο με το καρτελάκι του. Ένα παντελόνι που δεν μας ταιριάζει απόλυτα, ένα σακάκι που περιμένει την κατάλληλη περίσταση ή ένα ζευγάρι παπούτσια που απαιτεί να αλλάξουμε ολόκληρη την γκαρνταρόμπα μας για να φορεθεί. Αλλά ήταν σε προσφορά και γι’ αυτό δεν μπορούσαμε να το αφήσουμε εκεί, μόνο του, παραμελημένο, να περιμένει κάποιον άλλο αγοραστή. Το ενδιαφέρον είναι ότι όσο περισσότερο μένει αφόρετο, τόσο δυσκολότερα αποφασίζουμε να το αποχωριστούμε. Σαν να έχουμε αναπτύξει μια μικρή συναισθηματική σχέση μαζί του. «Θα το φορέσω κάποια στιγμή», λέμε με σιγουριά. Το ρούχο, βέβαια, έχει ήδη συμπληρώσει δύο γενέθλια μέσα στην ντουλάπα.
Όταν η προσφορά γίνεται προσωπική υπόθεση, υπάρχει και εκείνη η στιγμή που βρίσκουμε κάτι σε εξαιρετικά χαμηλή τιμή και αισθανόμαστε ότι δεν γίνεται να το αφήσουμε να χαθεί. Δεν έχει σημασία αν το χρειαζόμαστε. Σημασία έχει ότι το ανακαλύψαμε πρώτοι. Σχεδόν σαν να μας επέλεξε εκείνο. Και αν κάποιος προσπαθήσει να μας μεταπείσει, ξαφνικά γινόμαστε οι πιο αποφασισμένοι άνθρωποι στον κόσμο.
«Μα δεν έχεις ήδη κάτι παρόμοιο;»
«Όχι ακριβώς. Αυτό είναι σε άλλο μπεζ».
Μια απάντηση που μπορεί να μη στέκει ιδιαίτερα λογικά, αλλά έχει σώσει αμέτρητες αγορές από την ακύρωση. Άλλωστε, υπάρχουν τουλάχιστον δεκαπέντε αποχρώσεις του μπεζ και κάποιος πρέπει να τις εκπροσωπεί. Και μετά έρχεται η στιγμή της αλήθειας.
Λίγες ημέρες μετά, ο αρχικός ενθουσιασμός έχει υποχωρήσει. Το δέμα έχει φτάσει, η συσκευασία έχει πεταχτεί και το καινούργιο μας απόκτημα αναζητά τη θέση του ανάμεσα σε όλα τα υπόλοιπα. Τότε αρχίζουν οι ερωτήσεις. Το θέλαμε πραγματικά; Θα το χρησιμοποιήσουμε; Ή μήπως μας άρεσε περισσότερο η ιδέα ότι πετύχαμε μια ευκαιρία παρά το ίδιο το αντικείμενο; Βέβαια, δεν είναι όλες οι αγορές από προσφορά άχρηστες. Μερικές αποδεικνύονται εξαιρετικές επιλογές. Άλλες πάλι μας χαρίζουν μια μικρή χαρά, ακόμα κι αν δεν ήταν απολύτως απαραίτητες.
Το πρόβλημα ξεκινά όταν αγοράζουμε πράγματα όχι επειδή μας αρέσουν, αλλά επειδή φοβόμαστε ότι θα χάσουμε την ευκαιρία να τα αποκτήσουμε φθηνότερα. Ίσως, τελικά, η πιο πετυχημένη αγορά να μην είναι εκείνη με τη μεγαλύτερη έκπτωση, αλλά εκείνη που εξακολουθούμε να χαιρόμαστε καιρό μετά. Κι αν αυτή τη στιγμή κοιτάζεις ένα αντικείμενο που αγόρασες πριν από έξι μήνες και δεν έχεις χρησιμοποιήσει ποτέ, μην ανησυχείς. Κάποια στιγμή θα έρθει η ώρα του ή θα το βάλεις κι εσύ σε αγγελία, γράφοντας «εντελώς καινούργιο, αχρησιμοποίητο». Και κάπως έτσι, η προσφορά θα συνεχίσει το ταξίδι της.
