Τώρα τελευταία, έχουμε βρει έναν καινούργιο τρόπο να ξοδεύουμε τα χρήματά μας: αγοράζουμε κουτιά χωρίς να ξέρουμε τι έχουν μέσα και μετά πληρώνουμε για να ζήσουμε την αγωνία να τα ανοίξουμε. Αν μας αρέσει αυτό που θα βρούμε, πανηγυρίζουμε. Αν δε μας αρέσει, δεν πειράζει. Αγοράζουμε άλλο ένα, μπας και σταθούμε πιο τυχεροί. Γιατί, ως γνωστόν, όταν κάτι δε μας πετυχαίνει με την πρώτη, η λογική λύση είναι να πληρώσουμε για να αποτύχουμε ξανά.

Καλώς ήρθατε στον κόσμο των blind boxes, των κουτιών-έκπληξη που έχουν γίνει η νέα καταναλωτική μανία. Μικρές φιγούρες, χαριτωμένα τερατάκια, συλλεκτικά μπρελόκ και αντικείμενα που, υπό άλλες συνθήκες, μπορεί να προσπερνούσαμε αδιάφορα σε ένα ράφι. Τώρα, όμως, αποκτούν άλλη αξία. Όχι απαραίτητα επειδή είναι χρήσιμα, ούτε επειδή τα χρειαζόμαστε, αλλά επειδή δεν ξέρουμε ποιο θα μας τύχει. Και κάπως έτσι, το «δεν ξέρω τι αγοράζω» μετατρέπεται από λόγο να κρατήσουμε το πορτοφόλι μας κλειστό σε έναν εξαιρετικό λόγο να το ανοίξουμε.

Το παράδοξο είναι ότι έχουμε φτάσει σε μια εποχή όπου μπορούμε να συγκρίνουμε τιμές, να διαβάζουμε κριτικές, να ψάχνουμε το καλύτερο προϊόν και να απαιτούμε να γνωρίζουμε μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια πριν αγοράσουμε ένα κινητό. Όταν, όμως, πρόκειται για ένα μικρό κουτί με άγνωστο περιεχόμενο, η αβεβαιότητα γίνεται μέρος της διασκέδασης. Και αν μέσα κρύβεται μια σπάνια φιγούρα, ακόμη καλύτερα. Αν όχι, έχουμε πάντα την επόμενη αγορά για να μας παρηγορήσει.

Βέβαια, κάποτε ανοίγαμε τα δώρα και χαιρόμασταν με την έκπληξη. Τώρα πληρώνουμε εμείς για το δώρο μας, δεν ξέρουμε ποιο είναι και, αν δε μας αρέσει, αγοράζουμε άλλο ένα δώρο στον εαυτό μας. Η τεχνολογία προχωράει, η καταναλωτική συμπεριφορά εξελίσσεται και ο άνθρωπος παραμένει ο ίδιος: θέλει αυτό που δεν έχει, ακόμη κι αν δεν ξέρει ακριβώς τι είναι.

Και κάπου εδώ αξίζει να σταθούμε σε κάτι που ίσως είναι πιο ενδιαφέρον από τα ίδια τα κουτιά. Ο άνθρωπος παραμένει ίδιος. Θέλει αυτό που δεν έχει, ονειρεύεται αυτό που δεν μπορεί να αποκτήσει εύκολα και συχνά υποτιμά αυτό που βρίσκεται ήδη μπροστά του. Αν έχει το συνηθισμένο, θέλει το σπάνιο. Αν έχει το σπάνιο, θέλει το σπανιότερο. Κι αν καταφέρει τελικά να αποκτήσει αυτό που κυνηγούσε, δεν αποκλείεται σε λίγο να έχει βάλει στο μάτι το επόμενο.

Δεν είναι, βέβαια, κάτι που ανακαλύψαμε τώρα. Από τα ακριβά αυτοκίνητα και τις επώνυμες τσάντες μέχρι τα συλλεκτικά ρολόγια και τα αντικείμενα που αποκτούν δυσανάλογη αξία επειδή κυκλοφορούν σε περιορισμένα αντίτυπα, η ιστορία της κατανάλωσης είναι γεμάτη από παραδείγματα στα οποία η επιθυμία ξεπερνά την πραγματική ανάγκη. Δεν αγοράζουμε πάντα αυτό που μας χρειάζεται. Αρκετές φορές αγοράζουμε αυτό που θα θέλαμε να έχουμε, αυτό που θα μας ξεχωρίσει ή αυτό που θα μας κάνει να αισθανθούμε, έστω και για λίγο, ότι αποκτήσαμε κάτι ιδιαίτερο.

Τα blind boxes απλώς δίνουν σε αυτή την παλιά ανθρώπινη συνήθεια μια καινούργια συσκευασία. Κυριολεκτικά. Δε γνωρίζεις τι θα αποκτήσεις, αλλά γνωρίζεις ότι υπάρχει η πιθανότητα να αποκτήσεις κάτι σπάνιο. Και αυτή η πιθανότητα αρκεί για να γεννήσει την επιθυμία. Το μυαλό αρχίζει να φαντάζεται το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα, ενώ το πορτοφόλι καλείται να χρηματοδοτήσει την προσπάθεια.

Ίσως, τελικά, να μη μας γοητεύει τόσο αυτό που βρίσκεται μέσα στο κουτί όσο αυτό που έχουμε φανταστεί ότι μπορεί να βρίσκεται εκεί. Γιατί το άγνωστο έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα απέναντι στην πραγματικότητα: δε μας έχει ακόμη απογοητεύσει. Κι εδώ υπάρχει μια μικρή ειρωνεία. Ο άνθρωπος έχει περάσει αιώνες προσπαθώντας να αποκτήσει περισσότερη γνώση, να προβλέπει το μέλλον και να περιορίζει την αβεβαιότητα. Κι όμως, όταν η αβεβαιότητα συσκευάζεται σε ένα όμορφο κουτί και αποκτά μια ελκυστική τιμή, μπορεί να γίνει ακριβώς αυτό που θέλει να αγοράσει.

Αλλά ας μην είμαστε και άδικοι. Δεν αγοράζουμε όλοι τα ίδια πράγματα για τους ίδιους λόγους. Για κάποιον, μια συλλεκτική φιγούρα είναι ένα χόμπι, μια μικρή χαρά μέσα στην καθημερινότητα ή ένα αντικείμενο που του θυμίζει κάτι όμορφο. Το ενδιαφέρον αρχίζει όταν η χαρά δεν προέρχεται πλέον από αυτό που αποκτήσαμε, αλλά από την αδιάκοπη προσδοκία ότι το επόμενο θα είναι καλύτερο.

Γιατί τότε δεν κυνηγάμε πια ένα αντικείμενο. Κυνηγάμε την αίσθηση που πιστεύουμε ότι θα μας προσφέρει. Και κάπως έτσι, το ερώτημα δεν είναι μόνο γιατί έγιναν μόδα τα blind boxes. Είναι πώς καταφέραμε να μετατρέψουμε την περιέργειά μας σε επιχειρηματικό μοντέλο, την έκπληξη σε προϊόν και την ελπίδα ότι «το επόμενο θα είναι το καλό» σε μια ακόμη συναλλαγή με την κάρτα μας.

Ίσως, τελικά, το πιο επιτυχημένο προϊόν να μην είναι αυτό που κρύβεται μέσα στο κουτί, αλλά η επιθυμία μας να το ανοίξουμε.

Συντάκτης: Βίκυ Παναγοπούλου