Η κόρη μου, που λέτε, πήγε φέτος πρώτη Δημοτικού. Δύσκολη πίστα. Λόλα, να ένα μήλο, πι πι το παπί, δυο και δύο πόσο κάνει κι άλλα τέτοια καταπιεστικά. Πάει η ανεμελιά, πάει η διασκέδαση. Η Ειρήνη μας, όμως, δε μασάει, βαστάει γερά ακόμα τα γκέμια της ανεμελιάς. Τα ξεπετάει όλα αυτά τα δύσκολα στο πι και φι, κι έτσι της μένει άπλετος χρόνος για δημιουργική απασχόληση, όπως να ζωγραφίζει τα μούτρα των φίλων της, να πασαλείβει τα μαλλιά της με το φαγητό και να μπουγελώνεται κάθε μεσημέρι στις βρύσες.
Όλα αυτά τα ωραία συμβαίνουν στο δημιουργικό και μαθησιακό κομμάτι. Στο αισθηματικό, όμως, τι γίνεται; Θα μου πείτε: «Άραξε, ρε μεγάλε, ακόμα 6 ετών είναι το παιδί». Ναι, ε; Δεν ξέρω, εγώ θυμόμουν ότι στα χρόνια μας, από το νηπιαγωγείο, είχε αρχίσει και γυάλιζε το ματάκι μου. Πολύ μπροστά ο daddyς.
Τέλος πάντων, η μαμά Χριστίνα τής πετάει ώρες ώρες κάτι πυροτεχνήματα του στυλ: «Ειρήνη, έχεις αγόρι;», «Ειρήνη, ποιον θα παντρευτείς όταν μεγαλώσεις;» και άλλα τέτοια διαπαιδαγωγικά. Εκτός από την προφανή απάντηση («Θα παντρευτώ τον μπαμπά»), υπάρχουν κι άλλοι υποψήφιοι.
Μας πέταξε, που λέτε, κάνα δυο ονόματα, κι εγώ, σαν αυστηρός μπαμπάς, όποτε τους πετυχαίνω σε καμιά παιδική χαρά, τους κόβω πάνω κάτω να δω τι καπνό φουμάρουν. Ναι, μη γελάτε, από τώρα θα το καταλάβω τι μέρος του λόγου είναι ο γαμπρός. Τους ζύγισα, που λέτε, καλά παιδάκια, αλλά λίγο μπουνταλάδες, που τους κάνει ό,τι θέλει και την ακολουθούν από πίσω. Τα γνωστά, δηλαδή. Βασικά, όλα τα αγοράκια σε αυτή την ηλικία έχουν αυτό το προφίλ. Η καγκουρίλα ξεκινάει αργότερα, στο Γυμνάσιο. Κι εκεί αρχίζουν και τρέχουν τα κορίτσια. «Εκεί που ήσουν ήμουνα κι εδώ που είμαι θα ’ρθεις», φάση.
Όμως, γιατί γράφω αυτό το κείμενο; Α, ναι, για να θυμηθώ κι εγώ αν ήμουν αρκετά μπουνταλάς στο Δημοτικό και να συγκρίνω τις ομοιότητες και τις διαφορές που έχουμε 40 χρόνια μετά. Για να δούμε.
Που λέτε, κι εμένα το ενδιαφέρον μου για τα κορίτσια ξεκίνησε εκεί γύρω στην ηλικία των 5. Απ’ ό,τι θυμάμαι, βέβαια. Ήταν η ηλικία που όλα τα αγοράκια είχαμε την απορία, γιατί τα τσουτσούνια μας φουσκώνουν το πρωί και ποια αυτή η χρησιμότις. Θα μάθαινα αργότερα. Ο έρωτας λοιπόν που λέτε, με χτύπησε πρώτη φορά κεραυνοβόλα εκεί. Στο νηπιαγωγείο.
Τι ωραίο και πρωτόγνωρο συναίσθημα, να ερωτεύεσαι για πρώτη φορά στη ζωή σου. Σου ’ρχεται, ρε παιδί μου, ο αγγελόφτερος και πεταρίζει πάνω από το κεφάλι σου, μπουπ, σου ρίχνει το πρώτο βέλος και δεν ξέρεις από πού σου ήρθε. Και αναρωτιέσαι. Τι φάση; Και λες: «Μα τι γίνεται τώρα, γαμώτη μου; Εμένα με ένοιαζαν μέχρι τώρα μόνο τα παγωτά και ο Ολυμπιακός, τι μου συμβαίνει;». Τι να συμβαίνει, φίλε μου; Γάμησέ τα. Τώρα αρχίζουν τα δύσκολα.
Που λέτε, στο νηπιαγωγείο, το πρώτο βέλος το ’φαγα από μια κοπέλα που τη λέγαν Ναταλία. Δεν ξέρω για ποιο λόγο το έπαθα αυτό. Ούτε η πιο όμορφη ήταν ούτε μιλάγαμε, αλλά το αγγελάκι που λέγαμε αυτό αποφάσισε. Και μου την κάρφωσε στο δόξα πατρί. Μετά κατάλαβα ότι μου έκανε ένα πρώτο κρας τεστ. Το θέμα αυτό δεν κράτησε και πολύ και ούτε τόλμησα, βέβαια, να πω ή να κάνω τίποτα. Πέρασε στο ντούκου.
Το κυρίως κεραυνοβόλημα το έπαθα 2 χρόνια μετά, στο Δημοτικό, με τη Δήμητρα. Η Δήμητρα ήταν το αστέρι του σχολείου. Έριχνε δυο κεφάλια σε όλους. Αφού, να φανταστείτε, σε ηλικία 2ας Δημοτικού ήταν στο ίδιο ύψος με τον δάσκαλο. Άλογο. Το παράλογο ήταν ότι είχα την ελπίδα ότι θα την έριχνα. Τι να έριχνα, που μόνο με walkie-talkie θα μπορούσαμε να συνεννοηθούμε;
Οι άντρες γενικά έχουμε αυτόν τον κάλο στο κεφάλι, δεν έχουμε, ρε παιδί μου, αυτογνωσία της κατάστασης. Το βλέπεις: «Ρε μπρο, δεν είναι στα μέτρα σου, πού πας; Καθρέφτη δεν έχεις;». Τίποτα. Εκεί, να ρίξουμε το μοντέλο. Τι έχουν οι άλλοι, δηλαδή, καλύτεροι είναι από μας; Ναι, φίλος, πάρ’ το αλλιώς. Ίσως και να έχουν τελικά.
Σαν σκεπτικό δεν είναι απολύτως αρνητικό, γιατί θεωρητικά το να βάζεις τον πήχη ψηλά, που λέμε, είναι καλό. Το θέμα είναι πώς προσγειώνεσαι αν σου κάτσει η στραβή και πέσεις. Πάλι καλά, εγώ δεν εξέφρασα ανοιχτά τα συναισθήματά μου. Βολεύτηκα με το να την ερωτευτώ. Έτσι απλά και χωρίς προσδοκίες.
Και τότε τόλμησα να το εξομολογηθώ στη μαμά μου. Δεν το ’πα από μόνος μου, με ρώτησε: «Παναή, κορίτσι έχεις;». Δηλαδή, μου ’κανε την κλασική ερώτηση που κάνουν οι γονείς για να βολιδοσκοπήσουν την κατάσταση και να δουν τι δρόμο έχει διαλέξει το παιδί. Και εγώ απάντησα: «Ναι. Τη Δήμητρα». Δεν είχε, βέβαια, καμία σημασία ότι αυτή δεν ήξερε καν ότι τη γούσταρα.
Αυτό μου άρεσε σ’ αυτήν την ηλικία. Άπαξ και γούσταρες γκόμενα, ήταν και δική σου. Τέλος. Κι ας μην το ήξερε αυτή. Α, ρε, τι ωραία χρόνια. Ούτε χυλόπιτες ούτε τίποτα. Όλος ο κόσμος έμοιαζε υπέροχος, γιατί μπορούσες να τον πλάσεις στο κεφάλι σου όπως εσύ ήθελες. Ο φανταστικός φίλος που λέγαμε ότι είχαμε, εγώ τον είχα σε γκόμενα.
Που λέτε, η Δήμητρα απλησίαστο και λόγω ύψους. «Πού πήγαινες, ρε Καραμήτρο;», αναρωτήθηκα αργότερα. Όμως, τότε δεν με ένοιαζε η ανταπόκριση που είχα από το θέμα που με απασχολούσε, όπως προανέφερα. Εμείς ήμασταν ερωτευμένοι, τελεία και καύλα. Και περνούσαν οι μήνες κι έμενα εκεί. Με τη φαντασίωσή μου παρέα. Ώσπου, στο τέλος της χρονιάς, το σχολείο διοργάνωσε εκδρομή μονοήμερη στο Δήλεσι.
Τότε, που λέτε, είχα την ατυχή συγκυρία να ’χω σπάσει για πρώτη φορά το χέρι μου. Το δεξί, το καλό. Ο κουλός εραστής. Αλλά τι να κάνω, να έχανα την εκδρομή; Πήγα. Τέλος πάντων, ωραία ήταν και στην επιστροφή καθόμουν γαλαρία, όπου είχα κάτσει μόνος μου ήσυχα να παίξω ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι σαν τα σημερινά Nintendo, αλλά σε Νεάντερταλ version, που λεγόταν «Τα πουλιά». Εγώ, δηλαδή, το ’χα βγάλει έτσι, γιατί ήταν κάτι πουλάκια που έριχναν αυγά από τον ουρανό κι εσύ έπρεπε να προλάβεις να τα μαζέψεις.
Εκεί που έπαιζα λοιπόν, να σου από το βάθος του διαδρόμου, να πλησιάζει σαν οπτασία. Ποιά; Αυτή με τα ροζ κοκαλάκια. Η Δήμητρα. Ήρθε και έκατσε δίπλα μου, να δεί πως το παίζω. Το ηλεκτρονικό. Τα παμε. Εγώ τι να πω. Πήγα να πάθω εγκεφαλικό στην ηλικία των 7. Μούδιασα ολόκληρος κι από το παιδικό μου κορμί, περνούσαν ρίγη νηπιοκαψούρας, κάθε μισό χιλιοστό του δευτερολέπτου. Όταν δε άγγιξε και το μπράτσο της στον ώμο μου, εκεί κόντεψα να μείνω.
Η Δήμητρα ήρθε και έκατσε δίπλα μου. Εγώ τι να πω; Πήγα να πάθω εγκεφαλικό στην ηλικία των 7. Μούδιασα ολόκληρος κι από το παιδικό μου κορμί περνούσαν ρίγη νηπιοκαψούρας κάθε μισό χιλιοστό του δευτερολέπτου. Όταν δε άγγιξε και το μπράτσο της στον ώμο μου, εκεί κόντεψα να μείνω.
— Και για πες, τι προσπαθείς να κάνεις σ’ αυτό το παιχνίδι τελικά, Πάνο;
— Εεεε, ναα, Δήμητρα, εεε, τα πουλάκια εδώ, εεε, πετάνε αυγά και μετά, εεε, εγώ πρέπει να τα πιάσω, εεε, όχι τα πουλιά, τα αυγά, και ύστερα να πατήσω αυτό το πουλί, εεε, δηλαδή το κουμπί, για να μαζέψω όσα περισσότερα αυγά γίνεται και μετά να τρέξω πίσω στα κουμπιά, εεε, δηλαδή στα πουλιά, και να προλάβω να μη ρίξουν τα χόρτα πάνω στα αυγά, εεε, δηλαδή τα αυγά πάνω στο χορτάρι. Αυτό. Τίποτα άλλο.
Αυγάματα. Έγινα ο αντιπρόεδρος του Εδεσσαϊκού. Έχασα τα αυγά και τα πασχάλια, που λένε. Καθόταν δίπλα μου και μου μιλούσε. Oh God. Και με άγγιξε. Πάει.
Μετά από αυτή την ιστορία και προς το τέλος του Δημοτικού, ξεψάρωσα ολίγον τι. Και είπα να βάλω μπροστά τα μεγάλα μέσα. Και προχώρησα στις πράξεις, αφήνοντας πίσω τα λόγια. Όταν τελείωνε το σχολείο, λοιπόν, είχα σταμπάρει γειτόνισσα συνομήλικη σε απέναντι μπαλκόνι, την Ιωάννα. Η Ιωάννα ήταν η πρώτη ξανθιά που μου άρεσε. Μεγάλε μου. Δεν ήξερες, δεν ρώταγες; Με εντυπωσίασαν, όμως, τα χρυσαφένια μαλλιά της. Ήταν κάτι που δεν το έβλεπες εύκολα στο Δημοτικό, γιατί, ως γνωστόν, στα οκτώ σου χρόνια δύσκολα πείθεις τη μαμά σου να σου περάσει το ΕΟ υπερξανθό της Garnier. Αργότερα, εντάξει. Τα ’βαψε κι η κουτσή Ιωάννα.
Το Ιωάννα, λοιπόν, κάτι είχε πάρει γραμμή και, μόλις σχολάγαμε, στεκόταν αυτάρεσκα στο μπαλκονάκι της, ως άλλη Ιουλιέτα, και περίμενε τον Ρωμαίο να περάσει από κάτω. Ο κοντός Ρωμαίος πέρναγε, που λέτε, από κάτω και, με κίνδυνο της ζωής του, έκοβε λουλούδια από τους γύρω κήπους και της τα πέταγε στο μπαλκόνι. Αυτή χαιρόταν, βέβαια, έστελνε αέρινα φιλάκια.
Κι έτσι αυτός ο πλατωνικός έρωτας συνεχίσθηκε μέχρι το τέλος του σχολείου, με τον Καγκουρωμάιο να πυροβολεί άσκοπα με άνθη το μπαλκόνι της Ιουλιέτας.
Έτσι που λέτε με τους νηπιακούς μου έρωτες. Βασικά βλέπω ότι τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει και πολύ. Παρατήρησα μέσα από αυτές τις επι προσωπικού εμπειρίες, το πόσο αγνές, ευγενικές και πάνω απ όλα ανιδιοτελείς ήταν οι προθέσεις μας στο Δημοτικό. Κι αυτό γιατί ακόμα σκεφτόμασταν με το πάνω κεφάλι. Ο μπήχτης μέσα μας ξύπνησε αργότερα. Όταν τα πράγματα άλλαξαν άρδην και το κάτω κεφάλι μπήκε στο παιχνίδι.
Αυτή, όμως, είναι μια άλλη ιστορία που θα σας την περιγράψω στο επόμενο κεφάλαιο. Θα σας πω για τότε που άρχισαν τα πραγματικά γυμνάσια. Στο Γυμνάσιο. Όπου πια οι διαφορές με τη σημερινή νέα γενιά, απ’ ό,τι παρατηρώ, είναι χαοτικές. Θα περιμένετε λίγο, βέβαια, να μεγαλώσει η κόρη μου για να υπάρχει ασφαλής σύγκριση και θα τα πούμε. Εδώ θα ’μαστε!
