Σήμερα είναι μια καλή ημέρα, αφού η Ελλάδα μπαίνει επιτέλους στο mood να μειώσει τον ΦΠΑ στα προϊόντα περιόδου από το 24% στο 13%, με εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2027. Την εξαγγελία έκανε ο Κυριάκος Μητσοτάκης σε συνέντευξή του στον Alpha, αναγνωρίζοντας ότι η σημερινή φορολόγηση αποτελεί στρέβλωση. Η είδηση, όμως, χρειάζεται και μια πληροφορία που ίσως πολύς κόσμος να αγνοεί ή πολύ βολικά να αφήνεται πίσω: η ευρωπαϊκή δυνατότητα για πολύ χαμηλότερη φορολόγηση υπάρχει εδώ και χρόνια.

Από τον Απρίλιο του 2022, η Οδηγία 2022/542 επιτρέπει στα κράτη μέλη να εφαρμόζουν ακόμη και μηδενικό ΦΠΑ στα προϊόντα περιόδου, μέσα στο ευρωπαϊκό πλαίσιο συντελεστών. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει καλέσει τις χώρες να αξιοποιήσουν αυτή τη δυνατότητα για την αντιμετώπιση της φτώχειας περιόδου. Επομένως, η σημερινή ανακοίνωση έρχεται περισσότερο από τέσσερα χρόνια μετά το άνοιγμα αυτής της επιλογής.

Για να είμαστε ακριβείς, η ευρωπαϊκή οδηγία δεν υποχρέωνε την Ελλάδα να μηδενίσει τον φόρο. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το διευκρινίζει καθαρά: τα κράτη μπορούν να εφαρμόσουν μειωμένο ή μηδενικό συντελεστή, αλλά δεν είναι υποχρεωμένα να το κάνουν. Συνεπώς, το ερώτημα προς την κυβέρνηση είναι συγκεκριμένο: γιατί διατηρήθηκε το 24% μέχρι σήμερα και γιατί επιλέγεται τώρα το 13%, ενώ υπάρχει περιθώριο για χαμηλότερο συντελεστή;

Αυτό έχει σημασία όταν μια εξαγγελία παρουσιάζεται ως κίνηση κοινωνικής δικαιοσύνης. Η περίοδος δεν προέκυψε φέτος, ούτε η ανάγκη για σερβιέτες και ταμπόν εμφανίστηκε ξαφνικά στον κρατικό σχεδιασμό. Όλα αυτά τα χρόνια, άνθρωποι πλήρωναν τον υψηλό συντελεστή για ένα επαναλαμβανόμενο έξοδο που δεν μπορούσαν απλώς να διαγράψουν από τη λίστα τους. Το «αυτόν τον μήνα δε βγαίνω οικονομικά» δεν σταματά την περίοδο.

Η μείωση μπορεί να προσφέρει ανακούφιση, ασφαλώς. Είναι ένα καλό μέτρο, ασφαλώς. Αυτό δεν εξαφανίζει τα ερωτήματα για την καθυστέρηση και το ύψος της. Μπορούμε να θέλουμε να πληρώνουμε λιγότερα και ταυτόχρονα να απαιτούμε εξηγήσεις για το γιατί πληρώναμε περισσότερα. Δε χρειάζεται κάθε διόρθωση μιας επιβάρυνσης να συνοδεύεται από κυβερνητικό γύρο θριάμβου.

Υπάρχει επίσης η απόσταση ανάμεσα στον συντελεστή και στην τιμή του ραφιού. Με σταθερή καθαρή τιμή, η αλλαγή από 24% σε 13% αντιστοιχεί σε μείωση της τελικής τιμής περίπου κατά 8,9%. Ένα προϊόν καθαρής αξίας 5 ευρώ θα κόστιζε 5,65 αντί για 6,20 ευρώ. Εκεί πρέπει να φτάσει η ελάφρυνση, με παρακολούθηση των τιμών ώστε το όφελος να περάσει πράγματι στους καταναλωτές.

Ο πρωθυπουργός ανέφερε ακόμη ότι εξετάζονται προγράμματα δωρεάν διάθεσης προϊόντων περιόδου σε σχολεία, με έμφαση σε περιοχές με μεγαλύτερες ανάγκες. Αυτή η συζήτηση χρειάζεται συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, κάλυψη και σταθερή χρηματοδότηση. Η δωρεάν διάθεση στα σχολεία αξίζει, επομένως, να προχωρήσει με συγκεκριμένο σχέδιο. Να ξέρει ένα παιδί ότι θα βρει προϊόντα στην τουαλέτα, χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσει την οικονομική κατάσταση της οικογένειάς του ή να ζητήσει μπροστά σε άλλους κάτι προσωπικό. Με την ίδια απλότητα που περιμένουμε να υπάρχει χαρτί υγείας και σαπούνι.

Άρα, σίγουρα μιλάμε για ένα βήμα πολύ ουσιαστικό στην αντιμετώπιση της φτώχειας περιόδου, ωστόσο καλό είναι να απαντηθούν και τα εξής: πόσο θα μειωθούν οι τιμές, ποια προϊόντα θα καλυφθούν και ποιοι θα αποκτήσουν δωρεάν πρόσβαση. Και μαζί να απαντηθεί το ερώτημα που αφήνει το ευρωπαϊκό πλαίσιο: αφού υπήρχε η δυνατότητα, γιατί χρειάστηκε να περιμένουμε μέχρι το 2027 για το 13%;