Έχεις αναρωτηθεί, πόσες φορές μπορεί ένας άνθρωπος να ζητήσει το ίδιο πράγμα; Πόσες, έχει το σθένος να εξηγήσει τι τον πληγώνει, τι του λείπει, ουσιαστικά, τι θα ήθελε να είναι διαφορετικό, πριν αρχίσει να κουράζεται ακόμη και με τον ίδιο του τον εαυτό που συνεχίζει να το ζητά; Στην αρχή υπάρχει η ελπίδα ότι αυτή τη φορά ο άλλος θα καταλάβει, κάποιες φορές θα έρθει ως εσωτερική δικαιολογία, πως ίσως δεν ειπώθηκε με τον σωστό τρόπο ή την κατάλληλη στιγμή. Κάποιες άλλες φορές, θα σκεφτείς ότι χρειάζεται λίγο περισσότερος χρόνος.
Κι ο χρόνος περνάει. Οι συζητήσεις επαναλαμβάνονται, οι υποσχέσεις άλλοτε δίνονται και άλλοτε όχι, και η απογοήτευση αρχίζει να παίρνει σάρκα και οστά. Κι όμως, η προσπάθεια συνεχίζεται.
Δεν είναι εύκολο να φύγει κανείς από έναν άνθρωπο που αγαπά. Αλλά, αν υπάρχει λίγη περισσότερη ειλικρίνεια απέναντι στον εαυτό του, ίσως ανακαλύψει ότι δεν είναι μόνο η αγάπη που τον κρατά, είναι και οι ενοχές.
Η σκέψη ότι μπορεί να μην προσπάθησε αρκετά. Ότι ίσως εγκαταλείπει έναν άνθρωπο που τον χρειάζεται, πως θα μπορούσε να κάνει ακόμη λίγη υπομονή, να δώσει ακόμη μία ευκαιρία.
Ακριβώς σε εκείνο το σημείο, οι ενοχές αρχίζουν να μοιάζουν με ευθύνη και η παραμονή γίνεται απόδειξη αγάπης, ενώ η αποχώρηση μοιάζει, σχεδόν, με προδοσία. Αυτό συμβαίνει κυρίως, όταν κάποιος έχει μάθει να είναι εκείνος που καταλαβαίνει, που συγχωρεί, που κάνει ένα βήμα πίσω ή που βρίσκει πάντα έναν λόγο για να συνεχίσει.
Σαν να έχει φορέσει τόσο καιρό το «κοστούμι» του ανθρώπου που αντέχει, ώστε να αισθάνεται ενοχές ακόμη και στη σκέψη ότι θέλει να το βγάλει.
Υπάρχει, όμως και κάτι που ίσως δεν είναι τόσο ευχάριστο να παραδεχτεί κανείς.
Μερικές φορές, δεν είναι μόνο η αγάπη που κρατά έναν άνθρωπο σε μια σχέση, είναι και η ανάγκη να γίνει, επιτέλους, αυτό που τόσο καιρό περιμένει. Να αλλάξει ο άλλος, να κατανοήσει και να δώσει εκείνο που του ζητήθηκε τόσες φορές. Σαν να έχει βάλει ένα προσωπικό στοίχημα, ότι όλη αυτή η προσπάθεια πρέπει κάποια στιγμή να δικαιωθεί.
Αν κοιτάξεις στο βάθος, μπορεί να διακρίνεις έναν παράξενο εγωισμό. Όχι απαραίτητα απέναντι στον άλλον, αλλά απέναντι στην ίδια την πραγματικότητα. Αυτή τη δυσκολία να αποδεχτείς ότι τα πράγματα μπορεί να μη γίνουν όπως τα είχες φανταστεί. Επειδή, αν σταματήσει τώρα, τι θα σημαίνει αυτό για όλα όσα προηγήθηκαν; Για τις φορές που έκλαψες, που συγχώρεσες, που περίμενες, που έπεισε τον εαυτό σου ότι άξιζε να συνεχίσει;
Και έτσι, έμενες… Επειδή ήθελες κάποτε να γίνεις καλά μέσα σε αυτή τη σχέση.
Μόνο που, όσο κάποιος, κοιτάζει εκείνη τη στιγμή που ελπίζει ότι θα έρθει, μπορεί να μην προσέχει τι συμβαίνει στο μεταξύ. Πόσα πράγματα ανέχεται, αν παραμερίζει τις ανάγκες του, πόσο συχνά δικαιολογεί συμπεριφορές που τον πληγώνουν, επειδή έχει αποφασίσει ότι ο τελικός προορισμός αξίζει όλη αυτή τη διαδρομή. Αλλά χωρίς να το καταλαβαίνει, γίνεται και ο ίδιος μέρος αυτού που τον πληγώνει. Το θέμα δεν είναι αν ευθύνεται για τις επιλογές του άλλου, αλλά ότι συνεχίζει να αφήνει τον εαυτό του σε μια κατάσταση που τον φθείρει. Το πιο παράξενο είναι ότι μπορεί πραγματικά να πιστεύει πως δεν τον επηρεάζει πια, ότι συνήθισε και ότι γνωρίζει τον τρόπο ώστε να το διαχειρίζεται.
Η συνήθεια δεν σημαίνει ότι κάτι έπαψε να πονάει, συχνά, σημαίνει απλώς ότι ο πόνος έπαψε να προκαλεί την ίδια αντίδραση. Μέχρι που κάποια στιγμή σταματά να ζητά, επειδή κουράστηκε να περιμένει. Εκείνη τη φωτεινή στιγμή, χρειάζεται να αναρωτηθεί όχι πόσο ακόμη μπορεί να αντέξει, αλλά γιατί αισθάνεται ότι πρέπει συνεχώς να αποδεικνύει πως αντέχει. Γιατί η αγάπη να χρειάζεται υπομονή και να απαιτεί τη διαρκή εγκατάλειψη του εαυτού;
Ουσιαστικά, μερικές φορές, αυτό που χρειάζεται να τελειώσει δεν είναι η αγάπη ως συναίσθημα, αλλά είναι το «στοίχημα» ότι αν αντέξει λίγο ακόμη, κάποτε θα δικαιωθεί.
