Article of the day: Η Μαρία Άννα Χατζηπαρασκευαϊδου μάς μιλά για τον έρωτα Αντώνη και Μαρίνας. Δες εδώ!

fgthytgrf

Δεν έχω πάρει ποτέ ηρεμιστικά χάπια. Πιθανόν να χρειάστηκε αρκετές φορές αλλά ο βασικότερος λόγος που δεν προχώρησα σ’ αυτήν τη λύση ήταν ο φόβος. Και καμιά φορά ο φόβος, επειδή συνδέεται και με κάτι βαθύτερο όπως το ένστικτο, μας γλιτώνει από διάφορα πράματα. Για καλή μου τύχη, έπεσα πάνω στο ντοκιμαντέρ του Netflix «Παρ’ τα χάπια σου: Χanax» και προς μεγάλη μου έκπληξη έμαθα πράματα που ούτε φανταζόμουν ότι μπορεί να συνέβαιναν. Μετά τη λήξη του, έγινα σίγουρα σοφότερη κι ευχαρίστησα νοερά, κυρίως τους χρήστες του ντοκιμαντέρ, που εξέθεσαν την αλήθεια τους με απόλυτα απογυμνωτικό αλλά και τόσο διαπεραστικό τρόπο. Αξίζει να το δεις.

Το «Παρ’ τα χάπια σου» αποτελεί μια εξαιρετική παρουσίαση, απ’ όλες τις σκοπιές, που ασχολείται με τη χρήση ηρεμιστικών. Είναι μια προσέγγιση για δυνατά νεύρα, καθώς αγγίζει ευαίσθητα σημεία του εαυτού μας και πιθανόν θα ταυτιστούμε σε πολλά. Ανέκαθεν βέβαια υπήρχαν αναφορές για χρήση παλιότερων ηρεμιστικών με σκοπό την καταπολέμηση νοσούντων ψυχολογικών συμπεριφορών. Τα ονόματά τους ήταν από μελαγχολία και παροξυσμό μέχρι δυσθυμία, νεύρωση και νευρασθένεια. Το συγκεκριμένο όμως ντοκιμαντέρ, καταφέρνει να περάσει τεράστια πληροφορία, με επιστημονικά κριτήρια κι αποδείξεις και δημιουργεί γόνιμο έδαφος για σημαντική κατανόηση επί της αλόγιστης ή συχνής χρήσης ηρεμιστικών. Επιπλέον, τροφοδοτεί τη σκέψη μ’ εναλλακτικές λύσεις και πετυχαίνει τη βιωματική σύνδεση με τον θεατή, χρησιμοποιώντας αληθινούς χαρακτήρες πουν είτε κατάφεραν να λυτρωθούν απ’ αυτήν την τόσο ισχυρή εξάρτηση είτε πάλι παλεύουν μέχρι και σήμερα μ’ αυτό.

Δυστυχώς και για ακόμη μια φορά αποδεικνύεται  –με αρνητικό πρόσημο- η δύναμη κι η επιρροή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Η αίσθηση ότι μπορούν ν’ αναζητηθούν γρήγορες απαντήσεις και λύσεις σε σημαντικά θέματα σωματικής και ψυχικής υγείας μ’ ένα google κλικ, που όμως δε θα μπορούσαν επ’ ουδενί να εσωκλείονται στην πληροφόρηση που κρύβεται πίσω απ’ αυτές, τύπου «γιατί έχω άγχος;», «γιατί νιώθω πεσμένος;», «πώς θα ξεπεράσω μια απώλεια;», «γιατί δε βρίσκω αγάπη;», «πώς θα μειώσω τις αρνητικές μου σκέψεις;», έχει συντελέσει στο φαινόμενο της λεγόμενης «αποστιγματοποίησης». Κάτι που επίσης λειτούργησε συμπληρωματικά προς αυτό ήταν κι είναι κι η εισαγωγή των ιατρικών αγωγών στο σύστημα κι επομένως η δυνατότητα επίσημης συνταγογράφησης για ένα τεράστιο πλήθος ηρεμιστικών.

Η πανδημία ήρθε ν’ αυξήσει στατιστικά την άνοδο  της  υπερδοσολογίας όλων αυτών των σκευασμάτων. Η υπερσυνταγογράφηση προκάλεσε την υπερχορήγηση (oversubscribe-oversupply), οπότε κι αν κάποιος είχε περισσότερες πιθανότητες να το βρει, τότε θα είχε και περισσότερες πιθανότητες να το χρησιμοποιήσει. Παράλληλα λοιπόν με την επιδημία του covid19, ήρθε κι η επιδημία των υπερσυνταγογραφούμενων ηρεμιστικών φαρμάκων. Πάντα φυσικά μέσα σε μια τέτοια παγκόσμια ψυχεδελική αναχαίτιση, βρίσκει έδαφος η παρανομία κι ανθίζει. Έτσι και στην περίπτωση αυτών των φαρμάκων, ιδρύθηκαν παράνομα εργαστήρια που προκάλεσαν το θάνατο πολλών νέων καλλιτεχνών, κυρίως της ραπ μουσικής, φτιάχνοντας πανίσχυρες δόσεις βενζοδιαζεπινών και δημιουργώντας κανάλια παράνομης διακίνησης και διάθεσης μέσω εφαρμογών του κινητού. Χαρακτηριστικά, ένας εξ αυτών που κατάφερε ν ‘απεγκλωβιστεί από αυτή την εξαρτησιογόνα συγκυρία ανέφερε πως «το κινητό μου είχε μετατραπεί στο βαποράκι μου».

H ψυχολόγος Tracy Dennis-Tiwary αναφέρει πως «όλα τα θηλαστικά έχουν το λεγόμενο κέντρο φόβου, την αμυγδαλή. Οι άνθρωποι έχουν δύο συμμετρικές που μοιάζουν σαν αμύγδαλο. Το άγχος κι ο φόβος προκαλούν την ενεργοποίηση του νευρικού συμπαθητικού μας συστήματος λέγοντάς του να δράσει μέσω της αμυγδαλής. Το αίμα κυλάει γρηγορότερα, η καρδιά χτυπάει εντονότερα κι οι μύες ενεργοποιούνται κι έτσι μεταβαίνει ο οργανισμός στο λεγόμενο καθεστώς “fight or flight” (πάλης/φυγής).» Η παραπάνω διαδικασία αφορά μια μορφή παραγωγής ενέργειας. Είναι δηλαδή κάτι το φυσιολογικό και μας συμβαίνει πάρα πολύ συχνά. Η καθηγήτρια εξαρτησιολογίας Dr. Anna Lembke μας εξηγεί πως «αν αυτή η ενέργεια διοχετευθεί κατάλληλα τότε μπορεί να είναι κάτι πολύ θετικό».  Η Tracy Dennis-Tiwary, συμπληρώνει υποστηρίζοντας πως «το άγχος και μια στρεσογόνος κατάσταση μας δίνουν την ενέργεια να πετυχαίνουμε και να κατορθώνουμε πράγματα, γινόμαστε εξυπνότεροι κι ανθεκτικότεροι».

Επιστήμονες, καθηγητές και χρήστες όπως η προαναφερόμενη Dr. Anna Lembke (καθηγήτρια εξαρτησιολογίας στο Stanford) και η Tracy Dennis-Tiwary (καθηγήτρια Ψυχολογίας), αλλά κι η Dr. Julie Holland (ψυχίατρος), ο Jeff Gold (ψυχιατρική φαρμακευτική), η Tasnin Sulaiman (θεραπεύτρια) και ο βιωματικός συγγραφέας Scott Stossel (Age of Anxiety) κατάφεραν να μεταφέρουν με μεγάλη επιτυχία τη δύναμη της παρά φύσιν προσαρμοστικότητας που παρουσιάζουμε ως άνθρωποι απέναντι στο άγχος μέσω ηρεμιστικών σκευασμάτων που χαλάνε το νευρικό μας σύστημα και προκαλούν μακροχρόνιες βλάβες.

Όλοι τους ανεξαιρέτως μίλησαν για ένα παγκόσμιο καθεστώς βομβαρδισμού αρνητικών ειδήσεων αλλά και δυσάρεστων και φρικιαστικών γεγονότων, για μια καθημερινή ρουτίνα που χαρακτηρίζεται απ’ την εύρεση εύκολης λύσης, για τις ατελείωτες ώρες απασχόλησης στη δουλειά, για το άγχος που προκαλεί η τεχνολογία, για την απίστευτη διαθεσιμότητα φαρμάκων σε συνδυασμό με την -κατά κόρον- ανούσια υπερσυνταγογράφηση και τελικώς για ένα σκληρό κόσμο όπου η ασφάλεια, οι ανθρώπινες ανάγκες, η ακεραιότητα κι η ευημερία αποτελούν προσωπικά στοιχήματα για τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά.

Μακροχρόνιοι χρήστες βενζοδιαζεπινών όπως το xanax, clonopin, valium, Ativan, κατέθεσαν, ο καθένας απ’ την πλευρά του και τη βιωματική σκοπιά του τα παρακάτω:

  • Ο καλύτερος ύπνος της ζωής μου
  • Τα έχω πάντα στην τσάντα μου
  • Η μαγική λύση (magic bullet)
  • Όλοι έχουν
  • Χanax o’ clock
  • Ένα χάπι είναι πραγματικά μια απλή λύση
  • Δεν πρόκειται να πάθω κάτι με ένα χάπι
  • Μια φορά, μόνο για τώρα
  • Σου δίνει την ευκαιρία να ξεχαστείς
  • Είναι σαν να έχω διαβήτη ή γλαύκωμα
  • Μπορώ να τ’αντιμετωπίσω όλα

Σχεδόν όλοι το έχουν μετανιώσει κι αν γυρνούσαν το χρόνο πίσω, δε θα είχαν κάνει ποτέ χρήση της 1ης συνταγής. Αν κι είμαστε φτιαγμένοι στο ν’ ανταπεξερχόμαστε σε δύσκολες καταστάσεις, αυτό που πολλές φορές επιλέγουμε είναι να το κοιμίζουμε αντί να το αντιμετωπίζουμε. Έτσι ξεκινάει πολλές φορές κι η χρήση ηρεμιστικών. Συναντάμε πλέον γύρω μας ανθρώπους που αντί να χτίσουν εξαρχής αντιστάσεις και ψυχική stamina, καταλήγουν στο να πιστεύουν πως μπορούν να φτιάξουν οτιδήποτε χαλασμένο με τη λήψη ενός χαπιού. Ένας χρήστης υποστηρίζει πως «αυτή η αντιμετώπιση προς τη ζωή ξεκινάει απ’ την τεράστια σπατάλη ψυχικής ενέργειας για να τα έχουμε όλα υπό τον έλεγχό μας».

Βάσει των επιστημονικών παρατηρήσεων του Jeff Gold (psychiatric pharmacist), οι βενζοδιαζεπίνες (benzos) ενισχύουν τον νευροδιαβιβαστή GABA και δρουν ως αναστολείς με στόχο την ηρεμία του εγκεφάλου. Η ανασταλτική δράση τους, για κάποιους, είναι και άρση αναστολών, καθώς προκαλείται μεγάλη χαλάρωση. Όλη αυτή η αλληλουχία επιστημονικής σκέψης συμπληρώνεται από τις Tracey Dennis-Tiwary και Dr. Anna Lembke με το ότι «οι βενζοδιαζεπίνες ημερεύουν όλες τις αντιδράσεις, καταστέλλουν τις δυνητικές δραστηριότητες με αποτέλεσμα να προκαλείται βιολογική αλλά και συναισθηματική ηρεμία». Ουσιαστικά, «τα ψυχοτρόπα αποτελούν έναν τρόπο προσαρμογής σ’ ένα κόσμο για τον οποίο δεν έχουμε φτιαχτεί».

Όταν λοιπόν ταράσσουμε τις βιοχημείες μας με τόσο επεμβατικά φαρμακευτικό τρόπο, τότε υπάρχουν κι οι παρενέργειες, που απ’ όσο μας πληροφορούν οι συμμετέχοντες του ντοκιμαντέρ, είναι δυσάρεστα μεγάλες. Καταρχάς επηρεάζεται η ανοχή στο φάρμακο καθώς όσο πιο πολύ χρησιμοποιείται, τόσο μειώνεται η ανοχή του κι άρα αυξάνεται η ανάγκη της δόσης για ν’ αποκτηθεί η αρχική επίδραση (κι άρα η μείωση των συμπτωμάτων). Αυτή η συχνή χρήση διογκώνεται και στη διάρκεια. Έχει ακόμη υπάρξει κι επιστημονικός συσχετισμός πως ασθενείς με Alzheimers ή με διάφορες άλλες άνοιες, που έκαναν συστηματική χρήση βενζοδιαζεπινών, μείωσαν την εγκεφαλική τους δραστηριότητα επηρεάζοντας και τη βραχυπρόθεσμη μνήμη, με αποτέλεσμα τη σοβαρή φθορά εγκεφαλικών κυττάρων. Επιπλέον, άνθρωποι με αγχώδεις διαταραχές που παρουσιάζουν ξαφνική άνοδο έκκρισης αδρεναλίνης, λαμβάνοντας τέτοια σκευάσματα, παραλύουν γνωστικά και σωματικά.

Μεγάλη εντύπωση προκαλεί το γεγονός πως η μεγαλύτερη παρενέργεια σχετίζεται με την απόφαση του χρήστη να σταματήσει αυτού του είδους τα ηρεμιστικά κι αυτή έχει να κάνει με το στερητικό σύνδρομο που ακολουθεί. Ο χρήστης βιώνει διαφόρων ειδών ψυχωσικές κρίσεις, ταλαιπωρείται με αϋπνίες, ξαφνικά δεν μπορεί ν’ αντέξει ήχους και μυρωδιές, το σώμα εκτελεί αναίτιες μυικές συσπάσεις, θολώνει το μυαλό (brain fog) κι έχουν καταγραφεί και περιπτώσεις αυτοκτονικού ιδεασμού.

Βέβαια, όλοι οι επιστήμονες που εξέθεσαν την κατάσταση με γνώση, γεγονότα κι εμπειρία συμφωνούσαν στους κανόνες της κοινής λογικής. Μια λογική που λέει ότι η ζωή είναι σκληρή και πως αν δεν αντιμετωπίσεις κατάματα το άγχος και το αντιμετωπίσεις με Χanax, τότε δεν το αντιμετώπισες ποτέ. Μια λογική που λέει πως αν λαμβάνεται κάθε φορά που υπάρχει άγχος ένα τέτοιο σκεύασμα, τότε δεν μπορούν να χτιστούν οι ψυχικές αντοχές ώστε ν’ αντέχεται αυτό το συναίσθημα. Μια λογική που λέει πως ο μόνος τρόπος για ν’ αντιμετωπιστεί η κάθε δυσκολία είναι διαμέσου αυτής και μέσω της αποκτηθείσης εμπειρίας απ’ αυτήν κι όχι υπερπηδώντας την και κάνοντας πως δεν υπήρξε ποτέ.

Η θεραπεύτρια Tasnin Sulaiman υποστηρίζει πως «μέσω ζωτικών δραστηριοτήτων όπως η συνειδητή και βαθιά αναπνοή, ο επαρκής ύπνος, η άσκηση, ο ήλιος, ο διαλογισμός, ο εθελοντισμός, η ενασχόληση με τα ζώα, η ψυχοθεραπεία, υπάρχει η δυνατότητα ν’ αποφευχθεί οποιαδήποτε είδους φαρμακευτική προσθήκη στην καθημερινότητα ενός ανθρώπου που βιώνει στρες». Η Dr. Anna Lempke, η οποία έχει μετατρέψει την κλινική της σε μια κλινική απο-συνταγογράφησης, υποστηρίζει πως «υπάρχουν κι άλλα φάρμακα που δεν είναι εξαρτησιογόνα αλλά λειτουργούν ως επιλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης και χαμηλώνουν το συνολικό συντελεστή του άγχους». Η φαρμακευτική κάνναβη επίσης προτείνεται απ’ την ψυχίατρο Dr. Julie Holland ως μια εναλλακτική καλύτερου χειρισμού του άγχους.

Ως ψυχολόγος με πολλά τέτοια περιστατικά, η Dr. Tracy Dennis-Tiwary, εξηγεί πως «η προσέγγιση που συστήνεται και λειτουργεί βοηθητικά είναι η γνωσιακή-συμπεριφορική με την οποία καλείται ο ασθενής να χτίσει ένα νέο τρόπο σκέψης, συμπεριφορών και συστηματικών συνηθειών». Τέλος, ο ειδικός επί των ψυχιατρικών φαρμάκων Jeff Gold, τονίζει πως «η δουλειά όλων των ιατρικών δομών κι αυτών που ανήκουν σ’ αυτόν τον τομέα, δεν είναι να πάρουν όλον τον πόνο και τα βάσανα των ασθενών τους αλλά να δημιουργήσουν εσωτερικές ψυχικές δομές ώστε όλα αυτά να γίνουν υποφερτά και να μπορούν να βρίσκουν νόημα να ζουν».

Κλείνοντας, δεν μπορεί να παραληφθεί η συνεισφορά της Dr. Heather Ashton (psychopharmacologist), η οποία λειτούργησε ως πρόδρομος κι εκδίδοντας το «Ashton Manual», ταρακούνησε τα νερά των ψυχιατρικών και φαρμακευτικών πλαισίων κι έδωσε λύσεις σε πολλούς που ταλαιπωρούνταν. Η συγκεκριμένη γιατρός ήταν πολύ πιο μπροστά απ’ την εποχή της κι αυτό φαίνεται ξεκάθαρα απ’ τις δηλώσεις της το 1970 όταν είπε πως «υπάρχει έλλειψη εκπαίδευσης στην κλινική φαρμακολογία και στη διαχείριση του στερητικού συνδρόμου. Το να ακούμε τον ασθενή, έχει μετατραπεί σε μια χαμένη τέχνη και οι γιατροί έχουν παραπλανηθεί απ’ την ιδέα ότι τα φάρμακα θεραπεύουν τις ψυχικές νόσους.».

Ενώ έχουμε τις λύσεις μπροστά μας και δεν είναι και δύσκολες, για κάποιο ανεξήγητο λόγο, συνήθως προσανατολιζόμαστε στις πιο επιζήμιες. Η μοναξιά είναι μια απ’  αυτές. Η έλλειψη σύνδεσης με τους ανθρώπους μας, άλλη μία. Η αδυναμία για κοινωνική επαφή επίσης. Η θετική ματιά υπάρχει πάντα γύρω μας κι είναι κι η μεγαλύτερη σταθερά μας, ακόμη κι αν δεν το βλέπουμε ή αντιλαμβανόμαστε κατ’ ευθείαν. Σίγουρα θα έχουμε κάποιον που θα το δει για εμάς, θέλοντας το καλό μας και θα μας το μεταβιβάσει. Όπως και να’ χει, ένα τέτοιο εξαιρετικό ντοκιμαντέρ, μια εκ βαθέων συζήτηση μ’ αληθινούς φίλους, μια εκδρομή στη φύση αφορούν, γι’ αρχή, εύκολες προσβάσεις για σωστή ενημέρωση, συναισθηματική ανάταση και διεύρυνση των πνευματικών αλλά και ψυχικών μας οριζόντων.

 

Πηγή φωτογραφίας: Netflix

Συντάκτης: Τιτή Μητσοπούλου
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου