Κι ενώ οι βορειοευρωπαίοι αρχίζουν απ’ το χειμώνα κιόλας να ονειροπολούν και να σχεδιάζουν τις διακοπές τους σε ζεστούς μεσογειακούς προορισμούς, εσύ κάθεσαι αραχτός, απολαμβάνεις τη βροχή και ξέρεις ότι το καλοκαίρι θα σε βρει, ίσως και μερικά χιλιόμετρα απ’ το σπίτι σου σε κάποια in ή πιο απόμερη παραλία. Να λιάζεσαι με τις ώρες, χωρίς να πρέπει ν’ ανησυχείς για το ότι η αντίστροφη μέτρηση έχει αρχίσει και δε θα προλάβεις να πάρεις χρώμα, επειδή απλώς τυγχάνει να κατοικείς σε μια απ’ τις πιο όμορφες, ζεστές και τρελές χώρες του κόσμου.

Το καλοκαίρι στην Ελλάδα δεν απαιτεί πολλά. Όπως λέει και το αγαπημένο άσμα: «λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ’ αγόρι μου». Όλα τα υπόλοιπα περισσεύουν. Σε μια χώρα γεμάτη με πανέμορφες παραλίες και καταγάλανα νερά, το μόνο που χρειάζεσαι είναι λίγο ποτό, λίγο ψαρομεζέ και καλή παρέα για αξέχαστες στιγμές κι άφθονο γέλιο.

Κάθε Έλληνας που αγαπά και σέβεται τη χώρα του, έχει ταυτίσει το καλοκαίρι με το μπλε του Αιγαίου ή της Μεσογείου γενικότερα, ενώ ο ήλιος τον βαρά αλύπητα σ’ ένα τραπεζάκι πάνω στο κύμα τρώγοντας χταποδάκια, σουπιές, καλαμαράκια κι όλα τα ωραία συνοδεία ούζου και τρελών φίλων. Είναι απίστευτο πράγμα αυτή η λατρεία μας στο καλοκαίρι και τις ομορφιές του. Σαν να έχει χαραχτεί στο DNA μας απ’ το γεννοφάσκια μας ακόμη.

Ακούς το κύμα να σκάει στα βράχια ή στην ακρογιαλιά και καταπραΰνει το είναι σου, ενώ ταυτόχρονα αναζητά τα συνοδευτικά του. Οι φίλοι είναι πάντα μέσα σε βουτιές και μεζεδάκια στην ακτή και τα μαγιό δεν προφταίνουν να στεγνώσουν μέχρι να τα ξαναφορέσουμε.

Ξεχωρίζεις τους ντόπιους από μακριά. Δε θα καθίσουν ξαπλωμένοι στην ξαπλώστρα περιμένοντας να τσουρουφλιστούν για να έχουν απόδειξη ότι βγήκαν στην παραλία. Θα είναι η παρέα που θα γελά φασαριόζικα κι έντονα δουλεύοντας ο ένας τον άλλο, μέχρι που θα παρασύρει κι εσένα με τη θετικότητα που θα εκπέμπει. Θα είναι η παρέα εκείνη, που θα παίζει βόλεϊ μέσα στη θάλασσα ή ρακέτες πάνω στο κύμα κι αφού κουραστούν κι εξαντληθούν, δε θα φύγουν. Θα κάνουν απλώς ένα διάλειμμα.

Το ελληνικό καλοκαίρι ισούται με ατελείωτες βουτιές, αμέτρητα λίτρα ούζου, καλό μεζέ και γέλια μέχρι πρωίας. Αυτά μάθαμε, μ’ αυτά μεγαλώσαμε κι αυτά γουστάρουμε ακόμη. Η πρώτη μας μύηση γίνεται απ’ τη στιγμή που πρωτογεννιόμαστε. Αρχικά φτιάχνοντας κάστρα και πλατσουρίζοντας με κουλούρες, μπρατσάκια και τα συναφή άκρη-άκρη, πίνοντας γρανίτα κι εξελισσόμαστε.

Πρώτα φεύγουν τα μπρατσάκια, επειδή έχουμε μάθει πια να κολυμπάμε σαν δελφίνια, μετά τα κάστρα διαδέχονται οι μπάλες, τους γονείς διαδέχονται οι φίλοι και μαζί μ’ αυτούς έρχονται κι οι μεταμεσονύχτιες βουτιές και τα ξενύχτια και τέλος τη γρανίτα διαδέχεται το ουζάκι που είναι σήμα κατατεθέν του καλοκαιριού. Και κάπως έτσι το μικρό, γλυκό παιδάκι μετατρέπεται σε ελληνικό sex symbol που ελκύει τους τουρίστες σαν μαγνήτης και ξετρελαίνει στο πέρασμά του.

Η αβίαστη χαρά που εκπέμπεις σε κάνει ακαταμάχητο και τα φλερτ στην παραλία δίνουν και παίρνουν. Το ίδιο και το δούλεμα απ’ τους φίλους. Άλλα το μόνο που μετρά αυτή την εποχή είναι το αραλίκι στην παραλία, χωρίς να κάνεις τίποτα. Σαν το καλοκαίρι να μας μετατρέπει σε αργόσχολα όντα με μόνο προορισμό την παραλία και με μερικές ώρες ανάπαυσης στο σπίτι στο ενδιάμεσο.

Πάμε από νωρίς το πρωί για να προλάβουμε ξαπλώστρες μπροστά-μπροστά, μη τσουρουφλίζονται τα πόδια μας κάθε φορά που θέλουμε να μπούμε στο νερό και για να έχουμε κοντά όλα τα απαραίτητα, βρε αδερφέ. Αρχίζεις τη μέρα σου κλασικά με φραπέ, κάνεις μπόλικες βουτιές, πειράζεις κάνα-δυο όμορφα νιάτα, που θα σου γεμίσουν το μάτι, τρως χυλόπιτα και συνεχίζεις ακάθεκτος.

Το φραπέ διαδέχεται το ουζάκι, που για να πάει κάτω απαιτεί και το χταποδάκι του μ’ όλα τα σχετικά και κάπου εκεί χαλαρώνουν τα πνεύματα κι αρχίζουν όλοι στην παρέα να κελαηδάνε. Λίγο τραγούδι, λίγο που αναπολείτε περασμένες γκάφες διαφόρων από ‘σας, τα γέλια αρχίζουν να γίνονται όλο και πιο δυνατά κι η μέρα χάνεται και φεύγει, χωρίς να το έχετε καταλάβει.

Κάθεστε κοιτάτε το ηλιοβασίλεμα κι η νύχτα μόλις ξεκινά. Με περισσότερες βουτιές, περισσότερο ποτό, περισσότερο φαγητό και περισσότερες ατάκες κι ιστορίες, που θα σας κάνουν να κλάψετε απ’ το γέλιο.

Το ελληνικό καλοκαίρι, δε θέλει κόπο, θέλει τρόπο. Κι όταν είσαι με άτομα μπροστά στα οποία έχεις τσαλακωθεί άπειρες φορές, κι όταν δεν μπορείς ν’ ακούσεις τον ήχο της θάλασσας, χωρίς να μυρίσεις την αλμύρα της και να θυμηθείς αμέτρητα ηλιοκαμένα καλοκαίρια απέραντου γέλιου, τότε έχεις πέσει κι εσύ θύμα της σαγήνης και της μαγείας του.

Και δε μελαγχολείς που το καλοκαίρι φεύγει σιγά-σιγά, επειδή ξέρεις ότι και το επόμενο καλοκαίρι εκεί θα σε βρει με την ίδια παρέα, με τα ίδια γλέντια, να κάνετε τις ίδιες βλακείες και να περνάτε το ίδιο υπέροχα. Ίσως και πιο γαμάτα.  

 

Επιμέλεια κειμένου Γεωργίας Ευστρατίου: Νάννου Αναστασία.

Συντάκτης: Γεωργία Ευστρατίου