Πόσο (αν)ασφαλής αισθάνεσαι στη σχέση σου; Δοκίμασέ την εδώ απαντώντας σε 100 ερωτήσεις!

wer-2

Τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα όλο και μεγαλύτερος αριθμός ανθρώπων έχει επισκεφτεί ή σκέφτεται να επισκεφθεί έναν ψυχολόγο. Κάθε άτομο βιώνει την ψυχοθεραπευτική διαδικασία με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο, γι’ αυτό και κάθε ψυχοθεραπευτική διαδικασία είναι μοναδική. Είναι αυτή η ιερή στιγμή της επανασύνδεσης του εαυτού με τον εαυτό, της αναγνώρισης, της επανασύστασής του. Από την άλλη, κάθε ψυχολόγος έχει τον δικό του προσωπικό στυλ, γι’ αυτό ακόμα κι αν επισκεφθείς δύο ψυχολόγους που χρησιμοποιούν την ίδια ψυχοθεραπευτική προσέγγιση ή τεχνική, το βίωμά σου δε θα είναι το ίδιο.

Η θεραπευτική συμμαχία, η σχέση δηλαδή που αναπτύσσεται ανάμεσα στον θεραπευτή και τον θεραπευόμενο, είναι σημαντικό κομμάτι της θεραπείας και μπορεί να επηρεάσει την εξέλιξή της και φυσικά το αποτέλεσμα. Όπως κάθε σχέση, έτσι κι αυτή χτίζεται με τον καιρό και για να χαρακτηριστεί αρμονική χρειάζεται να φέρει κάποιες ποιότητες, όπως ο αλληλοσεβασμός, η εμπιστοσύνη, η αίσθηση ασφάλειας. Ο ψυχολόγος σου από τη στιγμή που δέχεται να σ’ αναλάβει οφείλει να παραμένει ψύχραιμος, ήρεμος, να παραμερίσει τυχόν προσωπικές του αρέσκειες ή δυσαρέσκειες και να εστιάσει στις ανάγκες σου. Παρ’ όλα αυτά, κάποιες, κυρίως επαναλαμβανόμενες, συμπεριφορές σου μπορεί να προκαλέσουν έναν «εκνευρισμό» στον ψυχολόγο σου, επηρεάζοντας την αρμονία της θεραπευτικής σας συμμαχίας κι ως εκ τούτου ν’ αποτελέσουν εμπόδιο στην ψυχοθεραπευτική διαδικασία. Πέντε τέτοιες προς αποφυγή συμπεριφορές αναλύονται παρακάτω.

 

1. Συνεχής καθυστέρηση στο προκαθορισμένο ραντεβού σας

Ο ψυχολόγος είναι ένας επαγγελματίας που κατά βάση δουλεύει με προκαθορισμένα ραντεβού που το ένα διαδέχεται το άλλο. Αν μπεις σε μια ψυχοθεραπευτική διαδικασία το πιο πιθανό είναι να έχεις μια συνάντηση με τον ψυχολόγο σου ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Το να καθυστερήσεις σε μια από αυτές τις συναντήσεις είναι εντελώς ανθρώπινο και δικαιολογείται. Βέβαια, ένα ρητό λέει «δεν αργούμε να φτάσουμε στο ραντεβού μας, αργούμε να ξεκινήσουμε». Παρ’ όλα αυτά συμβαίνει ν’ αργούμε κάποιες φορές. Το πρόβλημα ξεκινά όταν μια τέτοια συμπεριφορά επαναλαμβάνεται. Η συνεχής καθυστέρηση δίνει την αίσθηση της ασέβειας τόσο στο πρόγραμμα του ψυχολόγου σου όσο και στην ίδια τη διαδικασία.

Επίσης, μια τέτοια κατάσταση θα αναγκάσει τον ψυχολόγο σου είτε να κόψει χρόνο από τη δική σου συνεδρία είτε να καθυστερήσει τις επόμενες. Αυτό, όπως αντιλαμβάνεσαι, αυτόματα δημιουργεί ένα κλίμα έντασης που σίγουρα δε βοηθάει την εξέλιξη της συνεδρίας. Φρόντισε, λοιπόν, να είσαι στην ώρα σου. Κι αν έχεις αναγνωρίσει μια τάση να καθυστερείς στα ραντεβού, είναι ένα πολύ ωραίο θέμα να το δουλέψεις σε μια από τις συνεδρίες σου.

 

2. Αμφισβήτηση

Η εμπιστοσύνη που δείχνει ο θεραπευόμενος στον ψυχολόγο του και κατ’ επέκταση στις μεθόδους και τεχνικές που χρησιμοποιεί είναι ίσως το πιο σημαντικό δομικό στοιχείο πάνω στο οποίο χτίζεται η θεραπευτική συμμαχία, που όπως αναφέρθηκε αποτελεί βασική προϋπόθεση για την πετυχημένη έκβαση της θεραπείας. Για να συνεχίζεις τις συνεδρίες σου με κάποιον θεραπευτή θεωρητικά εμπιστεύεσαι τον ίδιο και τη δουλειά του.

Το να φέρνεις στο προσκήνιο συχνά-πυκνά μια άμεση ή έμμεση αμφισβήτηση για το αν λειτουργεί όλο αυτό, αν θα έχει αποτέλεσμα σε σένα, αν σου ταιριάζει ή μήπως να δοκιμάζατε κάτι άλλο δε βοηθάει κανέναν και σε τίποτα. Αντιθέτως κάνει το έργο του ψυχολόγου ακόμα πιο δύσκολο και αποτελεί τροχοπέδη στην όλη διαδικασία. Αν κάτι νιώθεις ότι δε σε καλύπτει δε χρειάζεται να φέρνεις την αμφισβήτηση. Μπορείς απλώς να επιλέξεις έναν άλλον ψυχολόγο, ο οποίος θα σου εμπνέει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη.

 

3. Απόκρυψη σημαντικών στοιχείων

Ένα σημαντικό στοιχείο που διαφοροποιεί τη σχέση σου με τον ψυχολόγο σου από τις υπόλοιπες διαπροσωπικές σου σχέσεις είναι πως οφείλεις να είσαι απόλυτα ειλικρινής, να μην αποκρύπτεις, για οποιονδήποτε λόγο, ή ωραιοποιείς συνειδητά καταστάσεις, γεγονότα και συναισθήματα, αλλά ούτε να τα μεγαλοποιείς. Η δουλειά του ψυχολόγου δεν είναι να σε κρίνει, αλλά να σε καθοδηγήσει, να διευρύνει την οπτική σου και γενικά να είναι ο καταλύτης ή το μέσο που θα χρησιμοποιήσεις για να οδηγηθείς σ’ ένα επιθυμητό αποτέλεσμα. Η αλλοίωση ή απόκρυψη στοιχείων εκτός του ότι από ένα σημείο κι έπειτα μπορεί να γίνει αντιληπτή από τον ψυχολόγο σου, το σημαντικότερο είναι ότι επιβραδύνει κατά πολύ τη θεραπευτική διαδικασία.

 

4. Μόνιμη τάση για επίρριψη ευθυνών/ Άρνηση λήψης προσωπικής ευθύνης

Ένας από τους στόχους μιας ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας είναι η ενδυνάμωση του εαυτού μέσα από την οποία το άτομο θα καταφέρει με υγιή τρόπο να αναλάβει την ευθύνη των επιλογών του. Αν έχεις συνεχώς την τάση να μεταθέτεις την ευθύνη γι’ αυτά που νιώθεις και ζεις έξω από εσένα κι αρνείσαι πεισματικά να την αναλάβεις τότε όχι μόνο δυσχεραίνεις το έργο του θεραπευτή σου, αλλά θέτεις σημαντικά εμπόδια ως προς την αποτελεσματικότητα της θεραπείας.

Επίσης, όσο και να επιμένεις σ’ ένα «φταίει» οποιοσδήποτε άλλος ή οτιδήποτε άλλο εκτός από εσένα είναι δύσκολο να βρεις συμπαραστάτη ή υποστηρικτή σε αυτήν την πεποίθησή σου τον ψυχολόγο σου. Τον δικηγόρο σου, ναι. Ο ψυχολόγος σου, όμως, δεν είναι εκεί ούτε για να κρίνει ούτε να δικάσει. Δεν είναι ο ρόλος του αυτός και όσο πιο γρήγορα το κατανοήσεις, τόσο μεγαλύτερο όφελος θα έχεις.

 

5. Δώσε μου τη λύση

Μια διαστρεβλωμένη αντίληψη κάποιων ανθρώπων που αναζητούν τη βοήθεια ενός ψυχολόγου είναι πως θα τους βρει τη λύση στο πρόβλημά τους, θα τους δώσει τις απαντήσεις που θέλουν, θα τους πει τι να κάνουν. Η δουλειά του ψυχολόγου δεν είναι να σου βρει τη λύση ή να σου δώσει τις απαντήσεις στα προβλήματά σου. Η δουλειά του είναι να διευρύνει τους ορίζοντές σου, να σου προσφέρει εργαλεία και τρόπους διαχείρισης καταστάσεων και συναισθημάτων που δεν είχες πριν, να ενισχύσει τις δυνατότητές σου και να δουλέψει με τις αδυναμίες σου ώστε να μπορείς μόνος σου να πάρεις την καλύτερη απόφαση για εσένα και να βρεις τη λύση ή την απάντηση που ζητάς.

Γιατί, όπως λέει και μια κινεζική παροιμία, «αν θέλεις πραγματικά να βοηθήσεις κάποιον μην του δώσεις ένα ψάρι. Να του μάθεις να ψαρεύει». Τουτέστιν, μην πας στον ψυχολόγο σου με τις ερωτήσεις «κι εγώ τι να κάνω μ’ αυτό τώρα;», «ποια είναι η απάντηση/λύση;», «αν ήσουν στη θέση μου τι θα έκανες;», γιατί το πιο πιθανό είναι να μην πάρεις απάντηση και γιατί, αν το ζητάς επίμονα κιόλας, δίνεις σήμα στον ψυχολόγο σου ότι δε σε ενδιαφέρει η εξέλιξη ή η βελτίωσή σου, παρά μόνο να πάρεις έτοιμες απαντήσεις. Κάτι που, όπως καταλαβαίνεις, απέχει αισθητά από τον στόχο μιας ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας.

 

Θέλουμε και τη δική σου άποψη!

Στείλε το άρθρο σου στο info@pillowfights.gr και μπες στη μεγαλύτερη αρθρογραφική ομάδα!

Μάθε περισσότερα ΕΔΩ!

Συντάκτης: Ευαγγελία Θεοδωρούδα
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου