Αν ανατρέξει κάποιος, έστω και σύντομα, στις σελίδες της παγκόσμιας ιστορίας, θα διαπιστώσει -με μεγάλη ευκολία- ότι δεν έχει υπάρξει καλύτερη εποχή στην ανθρώπινη ιστορία για να είσαι γέρος. Οι σύγχρονες επιστημονικές δυνατότητες έχουν αλλάξει ριζικά την πορεία της ανθρώπινης ζωής. Οι άνθρωποι ζουν περισσότερα και, σε πολλές περιπτώσεις, καλύτερα χρόνια από οποτεδήποτε άλλοτε στην ιστορία του ανθρώπινου γένους.
Όμως, τούτο δε φαίνεται να το αναγνωρίζουμε. Ίσως, μάλιστα και να το παραβλέπουμε συνειδητά. Διότι, μολονότι έχουμε όλα τα μέσα για να απολαύσουμε τα γηρατειά μας με αυτοτέλεια, χαρά και αξιοπρέπεια, εμείς συνεχίζουμε να ελπίζουμε στην αθανασία ή μάλλον -ορθότερα- στην αιώνια νεότητα. Αρνούμαστε να αποδεχθούμε ότι γερνάμε από την μέρα που γεννιόμαστε και αυτό επηρεάζει πληθώρα επιλογών της ζωής μας.
Προσπαθούμε να καθυστερήσουμε τον χρόνο. Ο χρόνος είναι ο καθημερινός και αιώνιος εχθρός μας. Σβήνουμε τα σημάδια του από το πρόσωπό μας. Κρύβουμε τις ρυτίδες μας με όποια θεραπεία μάς προτείνουν, βάφουμε τις λευκές ή γκρίζες -γεμάτες χάρη- τρίχες μας και προσπαθούμε μανιωδώς να πείσουμε τους άλλους -και, κυρίως, τον εαυτό μας- πως ο χρόνος δε μάς έχει αγγίξει.
Στην σύγχρονη εποχή συμβαίνει κάτι το εξαιρετικά παράδοξο: Μολονότι έχουμε τα όπλα, δεν πάμε στην μάχη. Ενώ έχουμε τα φάρμακα, την επιστήμη, τις υποδομές που υπόσχονται να μάς εξασφαλίσουν ωραία και ανεκτά γεράματα, εμείς δε θέλουμε -αρνούμαστε- να γεράσουμε. Μεγαλώνουμε, αλλά δε θέλουμε να φαινόμαστε μεγαλύτεροι. Αποκτούμε εμπειρίες, αλλά δε θέλουμε να φαινόμαστε σοφοί. Αντιμετωπίζουμε τα χρόνια που περνούν σαν να είναι κάτι που μάς αφαιρεί αξία. Σαν κάθε κεράκι που σβήνουμε να παίρνει κι ένα κομμάτι από την ομορφιά ή την χρησιμότητά μας.
Πολλές φωνές θα σπεύσουν να υποστηρίξουν πως αρνούμαστε να μεγαλώσουμε, φοβόμαστε να γεράσουμε, επειδή τα γηρατειά και ο θάνατος είναι αναπόδραστα και -ίσως και μοιραία- άρρηκτα συνδεδεμένα. Όμως, οι ηλικιωμένοι, δηλαδή οι άνθρωποι που τώρα βιώνουν το γήρας, δε φοβούνται απαραίτητα τον θάνατο. Εκείνο που φοβούνται οι πάρα πολύ ηλικιωμένοι δεν είναι τόσο ο θάνατος. Είναι όλα όσα συμβαίνουν λίγο πριν από αυτόν: το να χάσουν την ακοή τους, τη μνήμη τους, τους καλύτερούς τους φίλους, την καθημερινότητα και τις συνήθειές τους. Τα γηρατειά είναι μία ασταμάτητη σειρά από απώλειες. Και, ίσως, γι’ αυτό συνειδητά ή ανομολόγητα να φοβόμαστε να γεράσουμε. Γιατί, ξέρουμε -έχουμε δει- πως πολλοί ηλικιωμένοι χάνουν τη ζωή τους πολύ πριν να συναντήσουν τον θάνατο.
Είναι καιρός να πούμε στους ανθρώπους εκεί έξω ότι δεν είναι όλες οι απώλειες ίδιες. Και, κυρίως, δεν είναι όλες αναπόφευκτες. Διότι, ναι, δεν μπορούμε να υποσχεθούμε σε έναν άνθρωπο ότι θα ακούει για πάντα καθαρά, ότι θα θυμάται τα πάντα, ότι θα περπατά με την ίδια ευκολία, ότι θα έχει δίπλα του όλους εκείνους που συνάντησε στο διάβα της έως τώρα ζωής του. Όμως, μπορούμε να κάνουμε τη ζωή των ανθρώπων που γερνούν καλύτερη. Πραγματικά καλύτερη. Μπορούμε να κάνουμε την ζωή των ανθρώπων που γερνούν ανεκτή, όμορφη, πολύχρωμη.
Μάθαμε να πολεμάμε τις ρυτίδες και τις αναπόδραστες φθορές, στις οποίες υπόκειται το σώμα μας, όμως, δε μάθαμε ποτέ να πολεμάμε εκείνα που κάνουν έναν άνθρωπο να αισθάνεται ότι δεν έχει κανέναν λόγο να σηκωθεί από το κρεβάτι. Γιατί -όσο κι αν προσπαθούν να μάς πείσουν για το αντίθετο- τα παράσιτα των γηρατειών δεν είναι οι ρυτίδες, το πεσμένο στήθος, οι γκρίζοι κρόταφοι και τα μειωμένα αντανακλαστικά. Τα παράσιτα των γηρατειών είναι η βαρεμάρα, η μοναξιά και η αδυναμία.
Η βαρεμάρα δεν είναι αυτή η νωχελικότητα που νιώθουμε μιά Κυριακή απόγευμα που οι φίλοι μας δεν μπόρεσαν να βγούμε για καφέ και μείναμε στο σπίτι. Η βαρεμάρα που αισθάνονται όλο και πιο πολύ οι πάρα πολύ ηλικιωμένοι έγκειται στην έλλειψη σκοπού. Οι άνθρωποι χρειάζονται ένα όραμα στην ζωή τους, έναν σκοπό. Δεν μπορούν να ζουν χωρίς σκοπό. Χωρίς, δηλαδή, να έχουν κάτι να περιμένουν. Χρειάζονται μικρές προσμονές, σχέδια, μικρές αφορμές για να σηκωθούν το πρωί. Αν δεν έχουν τίποτε από όλα αυτά, μαραζώνουν. Μικραίνουν. Βουλιάζουν στο αλκοολίκι της μιζέριας. Εύχονται «να ‘ταν τα νιάτα δυό φορές, τα γήρατα καμία».
Η μοναξιά των ηλικιωμένων, που κατατρώγει σαν σαράκι την ζωή τους, δε συνεπάγεται απαραίτητα την εγκατάλειψή τους. Υπάρχουν ηλικιωμένοι περιτριγυρισμένοι από παιδιά και εγγόνια -που, όμως, νιώθουν μόνοι. Νιώθουν μόνοι, διότι κανείς δεν στάθηκε για να συζητήσει λίγο μαζί τους. Μπορεί να τους επισκέπτονται, να τους πηγαίνουν τα ψώνια, να τους θυμίζουν το χάπι της πίεσης, όμως, να μην έχουν χρόνο να για να πουν δυό κουβέντες, να γελάσουν, να μοιραστούν κάτι χαζό από τη ζωή τους.
Οι άνθρωποι που μεγαλώνουν δεν παύουν να ενδιαφέρονται για τον κόσμο, να έχουν απόψεις, επιθυμίες, ανησυχίες, χιούμορ, περιέργεια. Δε χάνουν την ανάγκη να αισθάνονται ότι κάποιος τους σκέφτεται, ότι κάποιος χαίρεται όταν τους βλέπει, ότι κάποιος έχει χώρο γι’ αυτούς στη ζωή του. Γιατί μοναξιά δεν είναι μόνο να μην έχεις κάποιον δίπλα σου. Είναι να αρχίσεις να πιστεύεις ότι δεν υπάρχει κανείς που να θέλει πραγματικά να βρίσκεται δίπλα σου. Αν όλοι σε επισκέπτονται από ηθικό καθήκον και «στα γρήγορα», μία αίσθηση απέραντης μοναξιάς γεμίζει την ψυχή σου.
Η αδυναμία, με την οποία μάχονται καθημερινά οι ηλικιωμένοι, δεν είναι η φυσική. Εκείνο που θαμπώνει την ζωή τους και την καθιστά μη ανεκτή δεν είναι το αργότερο βάδισμα, η έλλειψη ευλυγισίας ή οι πόνοι στα κόκκαλα. Αυτά άλλωστε δεν περνούν από το χέρι κανενός. Οι ηλικιωμένοι αποκτούν αυτή την αποστροφή για τα γηρατειά και τον χρόνο κάθε φορά που κάποιος τους αφαιρεί την πένα με την οποία γράφουν την αυτοβιογραφία τους. Κάθε φορά που κάποιος τους αφαιρεί το δικαίωμα να αποφασίζουν για τον εαυτό τους.
Όταν αρχίζεις να μιλάς αντί γι’ αυτόν, να αποφασίζεις αντί γι’ αυτόν, να οργανώνεις τη ζωή του χωρίς καν να τον ρωτάς. Όταν θεωρείς ότι επειδή δεν μπορεί να κάνει τα πάντα μόνος του, δεν μπορεί να έχει και την ελευθερία της επιλογής. Όταν πιστεύεις ότι επειδή γέρασε, δεν μπορεί να έχει επιθυμίες, προτιμήσεις και δικαιώματα. Όταν πια δεν τον ρωτάς, αλλά του ανακοινώνεις. Όταν του στερείς την φωνή του- εκείνη που μέχρι πριν λίγα χρόνια κελαηδούσε.
Τα γεράματα δεν αρχίζουν από το άσπρισμα των μαλλιών, αλλά από το μαύρισμα της καρδιάς. Γέρος δεν είναι εκείνος που έχει σβήσει πολλά κεράκια και δυσκολεύεται να περπατήσει ή να ακούσει καθαρά, αλλά όποιος κλείνει τη ζωή του στον γυάλινο κόσμο της μικρής οθόνης, όποιος ζει μιάν άγχρωμη ζωή μπρος σε μια έγχρωμη τηλεόραση.
Εμείς κοθορίζουμε αν οι ρυτίδες του προσώπου θα επεκταθούν και στην ψυχή μας. Μόνο αν αποδεχθούμε ότι το γήρας δεν έρχεται με το πέρασμα του χρόνου, αλλά με την απώλεια της λαχτάρας για ζωή, θα πετύχουμε το ακατόρθωτο: θα παραμείνουμε για πάντα νέοι. Όλες οι άλλες μέθοδοι διατήρησης της νεότητας έχουν παταγωδώς αποτύχει.
