Μια γυναίκα καταγγέλλει ότι βιaστηκε και, πριν προλάβει να ολοκληρώσει την πρότασή της, έχει ήδη ανοίξει η συζήτηση για το ενδεχόμενο να λέει ψέματα. Μήπως τον εκδικείται; Μήπως θέλει χρήματα; Μήπως το μετάνιωσε; Γιατί μίλησε τώρα; Γιατί δεν πήγε αμέσως στην αστυνομία; Ο κατάλογος είναι έτοιμος. Η διάθεση να ακούσουμε τι καταγγέλλει, πάλι, θέλει λίγη περισσότερη προετοιμασία. Κάπως έτσι έχει χτιστεί ένα βολικό αφήγημα: ότι οι γυναίκες καταγγέλλουν με ευκολία ανύπαρκτους βιaσμούς και ότι ένας άντρας βρίσκεται διαρκώς εκτεθειμένος στην πιθανότητα να καταστραφεί από μια τέτοια καταγγελία. Μόνο που η εικόνα των μαζικών ψευδών καταγγελιών δε στηρίζεται στα διαθέσιμα ερευνητικά δεδομένα. Και η διαρκής αναπαραγωγή της έχει συνέπειες για τις γυναίκες που προσπαθούν να μιλήσουν. Οι ψευδείς καταγγελίες αποτελούν μικρή μειονότητα των καταγεγραμμένων καταγγελιών σ#ξουαλικής επίθεσης στις σχετικές έρευνες.
Ανασκόπηση του αμερικανικού National Sexual Violence Resource Center τοποθετεί τις εκτιμήσεις μεταξύ 2% και 10%, επισημαίνοντας προβλήματα στους ορισμούς και στις μεθόδους καταγραφής. Πρόκειται για εύρος από διαφορετικές μελέτες, όχι για ένα ενιαίο παγκόσμιο ποσοστό ή για ειδική μέτρηση στην Ελλάδα. Αρκεί, όμως, για να αμφισβητήσει την ευκολία με την οποία παρουσιάζεται η ψευδής καταγγελία ως συνηθισμένο φαινόμενο.
Μια στατιστική έρευνα, εν συνεχεία, αποφάσισε κι έβαλε απέναντι δύο πραγματικότητες: τον άντρα που φοβάται μήπως κατηγορηθεί ψευδώς για βιaσμό και τον άντρα που μπορεί να βρεθεί ο ίδιος στη θέση του θύματος. Ανάμεσά τους, ένας αριθμός που προκαλεί: 200 φορές. 200 φορές πιο πιθανο να βiaστεί άντρας από άντρα, από το ενδεχόμενο να κατηγορηθεί ψευδώς από μια γυναίκα ότι υπήρξε θύτης.
Ο αριθμός είναι εντυπωσιακός. Η επιστημονική του τεκμηρίωση, όμως, δεν προκύπτει από την ανάρτηση. Και όταν το θέμα είναι ο βιaσμός, δεν μπορούμε να χρησιμοποιούμε τις στατιστικές σαν πυροτεχνήματα. Μια καταγγελία που δεν οδήγησε σε καταδίκη δεν είναι αυτομάτως ψευδής. Όπως και μια σ#ξουαλική επίθεση δεν περιορίζεται αποκλειστικά στον νομικό ορισμό του βιασμού. Το να μπερδεύουμε αυτές τις έννοιες δε βοηθά κανέναν. Ούτε εκείνον που καταγγέλλει ούτε εκείνον που κατηγορείται.
Η ουσία, πάντως, δε χρειάζεται υπερβολή για να είναι ενοχλητική. Η σ#ξουαλική βία κατά των αντρών είναι μια πραγματικότητα που συχνά παραμένει αόρατη. Και όχι επειδή δεν υπάρχουν θύματα, αλλά επειδή μεγαλώσαμε πιστεύοντας πως ο άντρας πρέπει να είναι πάντα δυνατός, πάντα έτοιμος, πάντα άτρωτος. Μόνο που η κακοποίηση δε ζητάει άδεια από τα κοινωνικά στερεότυπα. Κι αυτό το στερεότυπο έχει συνέπειες. Ένας άντρας που παραδέχεται ότι κάποιος παραβίασε το σώμα του συχνά βρίσκεται αντιμέτωπος με περισσότερες ερωτήσεις παρά με κατανόηση. Γιατί δεν αντιστάθηκες; Γιατί δεν έφυγες; Είσαι σίγουρος ότι δεν το ήθελες; Λες και η ανδρική δύναμη αποτελεί ασπίδα απέναντι στον βιασμό. Λες και το φύλο ακυρώνει το δικαίωμα στη συναίνεση. Λες και για να αναγνωριστεί ένας άνθρωπος ως θύμα πρέπει πρώτα να αποδείξει ότι ήταν αρκετά αδύναμος.
Και πριν αρχίσει ο γνωστός πόλεμος των σχολίων, ας ξεκαθαρίσουμε κάτι. Οι ψευδείς καταγγελίες υπάρχουν. Μπορούν να καταστρέψουν ζωές και αξίζουν σοβαρή αντιμετώπιση. Αλλά η ύπαρξή τους δε μετατρέπει κάθε καταγγελία σε πιθανό ψέμα. Το τεκμήριο αθωότητας δεν είναι άδεια να εξευτελίζουμε όποιον μιλάει για κακοποίηση. Ούτε ο σεβασμός προς τα θύματα σημαίνει ότι καταργούμε τη δίκαιη διαδικασία για τον κατηγορούμενο. Η δικαιοσύνη δε λειτουργεί με στρατόπεδα. Ή τουλάχιστον δε θα έπρεπε.
Το πιο βολικό κόλπο στον δημόσιο διάλογο είναι να μετατρέπουμε κάθε συζήτηση σε διαγωνισμό φόβου. Μιλάει μια γυναίκα για κακοποίηση; «Κι αν λέει ψέματα;». Μιλάει ένας άντρας για σ#ξουαλική επίθεση; «Έλα τώρα, άντρας είσαι». Τελικά, δε μας ενδιαφέρει πάντα να μάθουμε τι συνέβη. Μας ενδιαφέρει περισσότερο να μη χρειαστεί να ξεβολέψουμε τις απόψεις μας. Κι έτσι, ενώ παριστάνουμε τους υπερασπιστές της αλήθειας, καταλήγουμε να υπερασπιζόμαστε τις προκαταλήψεις μας.
Η συναίνεση δεν έχει φύλο. Ούτε η παραβίασή της. Ούτε το δικαίωμα να μιλήσεις χωρίς να σε κάνουν ανέκδοτο ή να σε δικάσουν στα σχόλια. Το να παίρνεις μια καταγγελία στα σοβαρά δε σημαίνει ότι καταργείς το τεκμήριο αθωότητας. Και το να υπερασπίζεσαι το τεκμήριο αθωότητας δε σημαίνει ότι πρέπει να αντιμετωπίζεις κάθε άνθρωπο που μιλά για κακοποίηση σαν πιθανό ψεύτη. Δεν είναι αντιφάσεις αυτά. Είναι τα αυτονόητα που ξεχάσαμε μέσα στον θόρυβο.
Ίσως τελικά να μη χρειάζεται να αποδείξουμε ποιος κινδυνεύει περισσότερο για να αποφασίσουμε ποιος αξίζει να ακουστεί. Ούτε να μετρήσουμε τον πόνο. Γιατί ο βιaσμός δεν είναι πόλεμος ανάμεσα στα φύλα. Είναι βία. Και κάθε φορά που αναζητούμε πρώτα το φύλο του θύματος για να αποφασίσουμε αν θα το πάρουμε στα σοβαρά, το πρόβλημα δε βρίσκεται στο φύλο του θύματος. Βρίσκεται στις δικές μας προκαταλήψεις.
