Οι άνθρωποι είμαστε φτιαγμένοι από τα υλικά της διαρκούς ανησυχίας κι αναζήτησης. Η συνεχής εγρήγορση είναι η τροφή μας και το ανεξήγητα ενστικτωδώς ανολοκλήρωτο μοιάζει ένα με τη φύση μας. Το κυνήγι της ευτυχίας αποτελεί ενδόμυχη διαδρομή ακόμη κι όσων δεν το παραδέχονται ανοιχτά θεωρώντας εαυτούς είτε πιο προσγειωμένους είτε πιο μποέμ. Οι μεν θα σου έλεγαν ίσως πως η ευτυχία είναι μια κατασκευασμένη πολυτέλεια ενώ οι δε μάλλον θα ισχυρίζονταν ότι είναι ευτυχισμένοι με όσα τους φέρνει η στιγμή. Δεν ξέρω αν υπάρχει κάποια αλήθεια που να αντιπροσωπεύει επαρκώς την αφηρημένη αυτή έννοια με τα τόσο απτά κι επιθυμητά από όλους αποτελέσματα όμως αν υπάρχει υποθέτω πως θα είναι ένας συνδυασμός. Ή αλλιώς εικάζω πως κάπου στη μέση, όπως λένε, βρίσκεται αυτό που στέκεται πιο κοντά της εν τέλει.

Αν το καλοσκεφτείς τα πάντα –με την κυριολεκτική έννοια- χρειάζονται μια κινητήριο δύναμη για να υπάρξουν παραγωγικά ό, τι κι αν αυτό σημαίνει. Κανείς και τίποτε δε δημιούργησε ενώ βρισκόταν σε τέλμα. Η τελειότητα σημαίνει το τέλος. Το απόλυτο, το ολοκληρωμένο, εκείνο που δεν έχει κάτι άλλο να αλλάξεις, να πετύχεις, να γνωρίσεις, να επιδιώξεις. Κατ’ επέκταση το τέλος σηματοδοτεί ένα τέλμα που σίγουρα δε θα μπορούσε να αποτελέσει καύσιμο για κίνηση κι εξέλιξη εφόσον αυτή η τελευταία πλέον δε θα υπήρχε καν. Η ευτυχία ταυτιζόμενη μέσα στο μυαλό μας με το τέλειο –ό,τι κι αν αυτό σημαίνει για τον καθέναν από εμάς- σηματοδοτεί αναπόφευκτα το τέλος της διαδρομής όπου κάθε στόχος μας, κάθε απωθημένο μας θα είχε πλέον πραγματοποιηθεί αφήνοντάς μας εκτεθειμένους μπροστά στη διαρκή μας λαχτάρα για κίνηση ύστερα από τα πρώτα λεπτά ικανοποίησης που θα νιώθαμε μπροστά στα ολοκληρωμένα πια όνειρά μας.

Η συνειδητοποίηση της επίτευξης μιας πλήρους ευτυχίας σε κάθε τομέα θα έμοιαζε μετά από λίγο σαν ένα τεράστιο ξεμπροστιαστικό «και τώρα τι;» μπροστά στο οποίο θα νιώθαμε ξανά τόσο μικροί, τόσο τρομαγμένοι και τόσο μπερδεμένοι που μόνο ευτυχισμένους δε θα μπορούσε κανείς να μας χαρακτηρίσει τελικά. Για να είμαι ειλικρινής δεν μπορώ να διανοηθώ καν πώς θα ένιωθα αν είχα τα πάντα. Όλα όσα εγώ θα ποθούσα εν πάση περιπτώσει, μα ακόμη κι έτσι θα ήταν για μένα όντως τα πάντα. Νομίζω πως μη έχοντας κάτι άλλο πλέον να αναζητήσω, να ψάξω, να βρω, να μάθω, να κάνω θα έπεφτα σε μια κλειστοφοβική παγίδα η οποία θα μου θύμιζε αρκετά κρίση πανικού από εκείνες που κάνουν φαινομενικά από το πουθενά την εμφάνισή τους και που σε φτάνουν στο ακραίο σημείο να νομίζεις ότι ήρθε το τέλος σου.

Φυσικά δεν έχω πρόθεση να εννοήσω πως η αίσθηση του ότι λείπουν βασικά πράγματα είναι αυτό που θα ευχόμουν σε κάποιον μόνο και μόνο για να έχει κάτι να κάνει καθώς θα τα κυνηγάει διαρκώς. Είναι εξοργιστικό κι εξίσου αποθαρρυντικό από την άλλη πλευρά το να προσπαθεί κανείς συνέχεια για τα ίδια και τα ίδια χωρίς αυτά ποτέ να του συμβαίνουν. Οι στόχοι είναι όντως για να επιτυγχάνονται αλλιώς δε θα είχε νόημα καν η διαδικασία της προσπάθειάς μας δίχως ανταμοιβή. Επιπλέον όταν πετυχαίνεις έναν στόχο ανοίγει χώρος αυτομάτως για έναν επόμενο κι έτσι εξελίσσεσαι χωρίς να βουλιάζεις. Το ιδανικό, λοιπόν, είναι να βιώνει κάποιος τη χαρά της υλοποίησης των στόχων και των ονείρων του βήμα βήμα έτσι ώστε όταν μια επιθυμία βρίσκει διέξοδο μια άλλη να παίρνει τη θέση της προς επίτευξη.

Μόνο μέσα από τη διαρκή κίνηση, την τριβή, την αντίδραση και τη δράση ζούμε, αλλάζουμε, μαθαίνουμε, νιώθουμε. Αν τα είχαμε όλα ταυτόχρονα εκπληρωμένα στη ζωή μας το πιθανότερο είναι πως αργά ή γρήγορα θα φλερτάραμε με την τρέλα του απόλυτου εγκλεισμού σε συμβολικό επίπεδο φτάνοντας έτσι πολλοί μέχρι και στην αυτοκτονία όσο ακραίο κι αν ακούγεται αυτό. Αν βάλεις τον εαυτό σου στη θέση κάποιου που δεν έχει πλέον τίποτε απολύτως να περιμένει θα καταλάβεις ότι αυτό το συναίσθημα δεν παλεύεται. Κι ίσως αυτός που νιώθει πως τα έχει χάσει όλα να μπορεί δείχνοντας τεράστια δύναμη ψυχής να ξεκινήσει από το μηδέν σαρώνοντας τα πάντα στο πέρασμά του αφού ξέρει παράλληλα πως δεν έχει τίποτε να χάσει πια. Εκείνος, λοιπόν, βρίσκεται ίσως σε πιο ευοίωνη κατάσταση σε σχέση με κάποιον που αισθάνεται πως δεν του λείπει τίποτε, δεν έχει κάτι άλλο να περιμένει κι έχει εν αντιθέσει να χάσει τα πάντα.

Προς τα πού να πας αν έχεις φτάσει ήδη στον τερματισμό; Πιο πέρα δεν έχει άρα συνειδητοποιείς πως οι επιλογές σου είναι συγκεκριμένες. Ή να μείνεις για πάντα κολλημένος σε ένα σημείο, αυτό του τέρματος, στο οποίο δεν έχεις τίποτε άλλο να κάνεις πια κι ας έφτασες πρώτος, ή να γυρίσεις πίσω για να το ξαναπιάσεις από την αρχή. Πίσω εκεί όπου ακόμη δεν είχες κατακτήσει τα πάντα, όπου ακόμη προσπαθούσες, ακόμη φιλοδοξούσες, ήλπιζες, πάλευες, ζούσες.

Αν το να έχει κανείς όλα όσα επιθυμεί σημαίνει το τέλος, τι να το κάνεις; Χωρίς όνειρα ο άνθρωπος μαραζώνει. Χωρίς στόχους ατροφεί. Ακόμη κι ο έρωτας ζει για πάντα μόνο όταν είναι ανεκπλήρωτος. Κι όσο αρρωστημένο κι αν μας φαίνεται αυτό ίσως θα έπρεπε συμβολικά να μας προβληματίσει.

 

Συντάκτης: Έλλη Πράντζου
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου