Υπάρχουν αποφάσεις που παίρνεις και νιώθεις σχεδόν αμέσως ότι ήταν σωστές. Υπάρχουν, όμως, και άλλες που, ακόμη κι όταν τις έχεις πάρει με σκέψη, επιστρέφουν ξανά και ξανά στο μυαλό σου. Μια απλή στιγμή αρκεί για να εμφανιστεί εκείνη η γνώριμη ερώτηση: «Μήπως έκανα λάθος;». Και τότε αρχίζεις πάλι από την αρχή. Θυμάσαι τι συνέβη, τι είπες, τι δεν είπες, τι θα μπορούσες να είχες κάνει διαφορετικά και αν τελικά υπήρχε κάποια καλύτερη επιλογή, την οποία δεν κατάφερες να δεις.
Το παράξενο είναι ότι πολλές φορές δεν αμφιβάλλεις επειδή πραγματικά θέλεις να αλλάξεις την απόφασή σου. Αντιθέτως, αμφιβάλλεις επειδή θέλεις να είσαι σίγουρος. Θέλεις να ξέρεις ότι διάλεξες σωστά, ότι δεν άφησες κάτι καλύτερο πίσω σου και ότι δεν θα μετανιώσεις αργότερα. Με λίγα λόγια, ζητάς μια εγγύηση και μία σταθερότητα για το μέλλον, μόνο που καμία σημαντική απόφαση δεν μπορεί να σου προσφέρει τέτοια εγγύηση. Όσο σημαντικότερη είναι η επιλογή, τόσο περισσότερο πρέπει να αποδεχτείς ότι ένα μέρος της θα παραμείνει άγνωστο για σένα.
Σε αυτό το σημείο αρχίζει πολλές φορές η υπερανάλυση. Ανατρέχεις στις λεπτομέρειες και προσπαθείς να βρεις το σημείο στο οποίο ίσως έκανες το λάθος. Ξαναδιαβάζεις μηνύματα, θυμάσαι συζητήσεις, συγκρίνεις το πριν με το μετά και φτιάχνεις υποθετικά σενάρια σε σχέση με το «τι θα γινόταν αν». Δηλαδή, το μυαλό σου μπορεί να δημιουργήσει αμέτρητες εκδοχές της ίδιας ιστορίας. Ωστόσο, το πρόβλημα είναι ότι καμία από αυτές δεν μπορεί να σου δείξει τι θα είχε πραγματικά συμβεί.
Μπορεί να έχεις αφήσει μια σχέση και, μετά από λίγο, να θυμάσαι κυρίως τις όμορφες στιγμές. Μπορεί ακόμη να έχεις φύγει από μια δουλειά και ξαφνικά να σου λείπει η ασφάλεια την οποία σου προσέφερε. Μπορεί να απέρριψες μια ευκαιρία και αργότερα να τη φαντάζεσαι ως τη μεγάλη ευκαιρία που έχασες. Όταν κοιτάζεις πίσω, όμως, συχνά ξεχνάς τους λόγους οι οποίοι σε οδήγησαν στην απόφαση. Θυμάσαι το συναίσθημα το οποίο σου λείπει, όχι απαραίτητα την πραγματικότητα η οποία σε έκανε να θέλεις να φύγεις.
Γι’ αυτό, όταν πιάνεις τον εαυτό σου να σκέφτεται ξανά πως μπορεί να έκανες λάθος, προσπάθησε να θυμηθείς πώς ήσουν όταν πήρες την οποιαδήποτε απόφασή σου. Τι ένιωθες, τι σε είχε κουράσει, τι είχες ανάγκη, τι ήθελες να αλλάξεις, ποια πράγματα γνώριζες εκείνη τη στιγμή. Να θυμάσαι να μην παίρνεις τη σημερινή σου γνώση και τη χρησιμοποιείς για να καταδικάσεις τον άνθρωπο εκείνον που ήσουν τότε, γιατί τότε αποφάσισες με τα δεδομένα τα οποία είχες εκείνη τη στιγμή. Δεν μπορούσες να γνωρίζεις όσα θα μάθαινες αργότερα, ούτε μπορούσες να προβλέψεις κάθε εξέλιξη.
Ίσως, όντως, να έκανες μια επιλογή την οποία σήμερα θα έκανες διαφορετικά. Αυτό είναι κάτι το οποίο μπορεί πάντα να συμβεί. Δεν είναι, όμως, καταστροφή και σίγουρα δεν ακυρώνει την αξία σου και δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραμείνεις για πάντα εγκλωβισμένος στις συνέπειές της. Μπορείς να αναγνωρίσεις τι δεν λειτούργησε, να πάρεις το μάθημά σου και να αλλάξεις κατεύθυνση. Η ζωή δεν απαιτεί να είσαι αλάνθαστος. Απαιτεί να μπορείς να προσαρμόζεσαι όταν καταλαβαίνεις ότι κάτι χρειάζεται αλλαγή.
Από την άλλη, χρειάζεται να προσέξεις και κάτι εξίσου σημαντικό: μην επιστρέφεις σε μια παλιά κατάσταση μόνο και μόνο επειδή φοβάσαι το άγνωστο. Πολλές φορές δεν σου λείπει πραγματικά αυτό που άφησες. Σου λείπει το γνώριμο, σου λείπει η αίσθηση ότι ήξερες τι θα συμβεί, ποιον θα συναντήσεις, πώς θα περάσει η ημέρα σου. Το καινούργιο δεν έχει ακόμη αυτή την ασφάλεια, γι’ αυτό μπορεί προσωρινά να σου φαίνεται χειρότερο. Δεν είναι απαραίτητα λάθος επιλογή. Είναι απλώς μια επιλογή η οποία δεν έχει προλάβει ακόμη να σου γίνει οικεία.
Κάπου εδώ χρειάζεται να ξεχωρίσεις την ουσιαστική αμφιβολία από την ανάγκη σου να ελέγχεις τα πάντα. Αν υπάρχει κάτι συγκεκριμένο το οποίο σε προβληματίζει, αξίζει να το εξετάσεις. Αν, όμως, κάθε απάντηση γεννά αμέσως μια νέα ερώτηση, τότε ίσως δεν ψάχνεις λύση. Ψάχνεις βεβαιότητα και, όσο περισσότερο την κυνηγάς, τόσο περισσότερο απομακρύνεσαι από την ηρεμία. Να έχεις πάντα στο μυαλό σου πως δεν μπορείς να γνωρίζεις αν κάθε επιλογή θα σε οδηγήσει εκεί που θέλεις. Μπορείς μόνο να αποφασίζεις με βάση όσα γνωρίζεις κάθε φορά.
Ίσως, λοιπόν, η πιο χρήσιμη ερώτηση προς τον εαυτό σου δεν είναι αν έκανες το σωστό, αλλά τι μπορείς να κάνεις τώρα με αυτή την επιλογή την οποία διάλεξες. Αυτή η ερώτηση σε φέρνει ξανά στο παρόν. Σου θυμίζει ότι δεν έχεις τη δυνατότητα να αλλάξεις την προηγούμενη στιγμή, έχεις όμως τη δυνατότητα να επηρεάσεις την επόμενη. Μπορείς να διορθώσεις, να ξαναπροσπαθήσεις, να ζητήσεις συγγνώμη, να φύγεις, να μείνεις, να αλλάξεις γνώμη ή να συνεχίσεις. Η απόφαση την οποία πήρες δεν είναι απαραίτητα το τέλος της διαδρομής. Μπορεί να είναι απλώς ένα σημείο της ή και η αφετηρία προς κάτι καλύτερο.
Όταν η σκέψη επιστρέψει, γιατί πιθανότατα θα επιστρέψει, δεν χρειάζεται να πανικοβληθείς. Μην θεωρήσεις αμέσως την αμφιβολία απόδειξη ότι απέτυχες. Μην ακυρώσεις όσα ένιωθες τότε επειδή σήμερα αισθάνεσαι διαφορετικά. Κάνε ένα βήμα πίσω και δες την εικόνα ολόκληρη. Θύμισε στον εαυτό σου ότι δεν χρειάζεται να είσαι βέβαιος για να προχωρήσεις. Χρειάζεται μόνο να εμπιστεύεσαι ότι, ακόμη κι αν κάτι δεν εξελιχθεί όπως περίμενες, θα μπορέσεις να το αντιμετωπίσεις. Αυτή είναι ίσως η πιο πραγματική μορφή σιγουριάς.
Το σίγουρο είναι πως δεν θα μάθεις ποτέ με απόλυτη βεβαιότητα αν ένας άλλος δρόμος θα ήταν καλύτερος. Δεν μπορείς να ζήσεις ταυτόχρονα όλες τις πιθανές ζωές σου για να κάνεις σύγκριση ή να ζήσεις μία ζωή βασισμένη στο «τι θα γινόταν αν…». Μπορείς, όμως, να ζήσεις αυτή που έχεις μπροστά σου. Να σταματήσεις να επιστρέφεις κάθε βράδυ στην ίδια απόφαση και να ζητάς από το παρελθόν μια απάντηση την οποία δεν μπορεί να σου δώσει. Κάποια στιγμή χρειάζεται να πεις: «Αυτό επέλεξα τότε και τώρα θα δω πού μπορεί να με οδηγήσει» και να συνεχίσεις. Όχι επειδή είσαι απολύτως σίγουρος, αλλά επειδή καταλαβαίνεις πως δεν χρειάζεται να είσαι πάντα σίγουρος και δεν περνάνε όλα τα πράγματα από το χέρι σου.
