Έχεις νιώσει ποτέ εκείνο το περίεργο, βουβό σφίξιμο στο στήθος, την ώρα που κάθεσαι στον ίδιο καναπέ με έναν πολύ κοντινό σου άνθρωπο; Είναι εκείνη η στιγμή κατά την οποία τον κοιτάζεις στα μάτια. Ξέρεις ότι τον αγαπάς, ξέρεις ότι σε αγαπάει κι αυτός και, ταυτόχρονα, νιώθεις λες και σας χωρίζει ένας αόρατος τοίχος. Υπάρχει νοιάξιμο, υπάρχει συναίσθημα, υπάρχει η πρόθεση, αλλά κάπου στη διαδρομή η επικοινωνία χάνεται. Εσύ του μιλάς για όσα σε απασχολούν, του ανοίγεις την ψυχή σου κι εκείνος γνέφει καταφατικά. Αλλά εσύ αισθάνεσαι ότι οι λέξεις σου απλώς αναπηδούν πάνω του, χωρίς να τον αγγίζουν. Είσαι με κάποιον, αλλά ουσιαστικά νιώθεις απόλυτα μόνος.
Αυτό το συναίσθημα είναι ίσως από τα πιο άσχημα που μπορεί να βιώσει ένας άνθρωπος μέσα σε μια οποιαδήποτε σχέση. Όταν δεν υπάρχει αγάπη, τα πράγματα είναι πιο απλά, σχεδόν ξεκάθαρα. Ξέρεις γιατί πονάς, ξέρεις τι λείπει, τι φταίει και έχεις αυτό το συναίσθημα. Όταν, όμως, η αγάπη είναι εκεί, ζωντανή και δεδομένη, η έλλειψη κατανόησης γίνεται αυτόματα μία απορία η οποία σε εξαντλεί. Τότε αρχίζεις να αναρωτιέσαι αν φταις εσύ, αν δεν εκφράζεσαι σωστά ή αν ζητάς πάρα πολλά. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, αυτό το οποίο ζητάς είναι το πιο βασικό δικαίωμα σε μια σχέση: να σε βλέπει ο άλλος πραγματικά ως αυτό το οποίο είσαι, με τις αδυναμίες, τους φόβους και τις βαθύτερες ανάγκες σου.
Όταν γίνεται λόγος για κατανόηση στη σχέση, συχνά μπερδεύεται με τη συμφωνία. Δεν ψάχνεις κάποιον ο οποίος θα συμφωνεί σε όλα μαζί σου, ούτε κάποιον ο οποίος θα έχει τις ίδιες ακριβώς απόψεις. Ψάχνεις εκείνον τον άνθρωπο ο οποίος, ακόμα κι αν δεν καταλαβαίνει απόλυτα το γιατί νιώθεις έτσι, θα σεβαστεί το συναίσθημά σου. Θα σταθεί δίπλα σου, θα σε αγκαλιάσει και θα σου δείξει ότι η εμπειρία σου είναι έγκυρη και σημαντική για εκείνον. Αντιθέτως, η απογοήτευση ξεκινά όταν οι δικές σου ανησυχίες υποτιμώνται. Όταν ακούς πως υπερβάλλεις ή πως δεν είναι τίποτα. Επειδή αυτές οι κουβέντες, ακόμα κι αν λέγονται χωρίς κακία, λειτουργούν ως ένα συναισθηματικό κενό. Είναι σαν να σου δείχνουν ότι ο άλλος δεν είναι συντονισμένος στη δική σου συχνότητα.
Σκέψου πόσες φορές έχεις προσπαθήσει να εξηγήσεις τα αυτονόητα. Προσπαθείς να μεταφράσεις τη σιωπή σου, το βλέμμα σου, το παράπονό σου, λες και μιλάς μια ξένη γλώσσα την οποία ο άλλος αρνείται να μάθει. Αυτή η διαδικασία σε εξαντλεί, γιατί σου καταναλώνει τεράστια ενέργεια και στο τέλος σε αφήνει με μια αίσθηση ματαιότητας. Αρχίζεις να κλείνεσαι στον εαυτό σου, να σκέφτεσαι ότι δεν αξίζει τον κόπο να ξαναμιλήσεις, αφού το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο. Και κάπως έτσι, σιγά σιγά, χτίζεται μια απόσταση ανάμεσά σας.
Το πιο σκληρό κομμάτι αυτής της κατάστασης είναι ότι δεν μπορείς να κατηγορήσεις τον άλλον για έλλειψη αγάπης, γιατί βλέπεις ότι προσπαθεί με τον δικό του τρόπο. Ίσως σου φέρνει ένα δώρο, ίσως φροντίζει για τις πιο πρακτικές ανάγκες σου, ίσως είναι εκεί στις δύσκολες στιγμές. Όμως η πρακτική φροντίδα δεν αντικαθιστά τη συναισθηματική εγγύτητα. Δηλαδή, όταν εσύ έχεις ανάγκη να κλάψεις και να ακουστείς, ένα «μην ανησυχείς, όλα θα φτιάξουν», το οποίο μάλιστα λέγεται βιαστικά, μοιάζει με απόρριψη. Θέλεις να νιώσεις ότι ο άλλος μπαίνει στα παπούτσια σου, ότι νιώθει όσα αισθάνεσαι, έστω και για λίγο.
Αυτή η έλλειψη βαθύτερης κατανόησης σε κάνει να αμφιβάλλεις για την ίδια σου την αξία. Ίσως αρχίζεις να αναρωτιέσαι μήπως είσαι υπερβολικά ευαίσθητος, μήπως οι απαιτήσεις σου είναι παράλογες. Δεν είναι παράλογο να θέλεις να σε βλέπουν. Είναι η ανάγκη να ξέρεις ότι κάποιος γνωρίζει το σκοτάδι σου και δεν τρομάζει, ότι καταλαβαίνει τις σιωπές σου και δεν τις παρεξηγεί. Και, κακά τα ψέματα, όταν αυτό λείπει, η αγάπη μοιάζει με ένα όμορφο ρούχο το οποίο, όμως, σε στενεύει. Άρα, σε εμποδίζει και να αναπνεύσεις ελεύθερα.
Τι μπορείς να κάνεις, λοιπόν, όταν βρίσκεσαι σε αυτό το τέλμα; Το πρώτο βήμα είναι να σταματήσεις να θυμώνεις με τον άλλον επειδή δεν μπορεί να σου δώσει κάτι το οποίο ίσως δεν ξέρει πώς να το δώσει. Και αυτό γιατί η συναισθηματική νοημοσύνη και η ικανότητα για βαθιά ενσυναίσθηση δεν είναι χαρακτηριστικά τα οποία έχουν όλοι οι άνθρωποι στον ίδιο βαθμό. Κάποιοι έμαθαν να αγαπούν προστατεύοντας, άλλοι προσφέροντας ασφάλεια και άλλοι μένοντας στην επιφάνεια επειδή φοβούνται το βάθος. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν σε αγαπούν. Σημαίνει, όμως, ότι τα όριά τους είναι διαφορετικά από τα δικά σου.
Η λύση δεν είναι να υπομένεις βουβά αυτή την κατάσταση, ούτε να ξεσπάς σε ανούσιους καυγάδες, οι οποίοι σίγουρα μεγαλώνουν το χάσμα. Χρειάζεται να μιλήσεις καθαρά, χωρίς κατηγορίες, χρησιμοποιώντας το «εγώ» για να αιτιολογήσεις πώς νιώθεις ο ίδιος και όχι το «εσύ» για να περάσεις στο να κατηγορήσεις τον άλλο. Δώσε, δηλαδή, στον άλλον τον χώρο και τον χρόνο να καταλάβει τι ακριβώς ζητάς.
Αν, βέβαια, παρά τις προσπάθειές σου, το τείχος παραμένει όρθιο, τότε έρχεται η ώρα της δικής σου αυτογνωσίας. Πρέπει να αναρωτηθείς αν μπορείς να ζήσεις σε μια σχέση όπου η αγάπη υπάρχει, αλλά η βαθιά κατανόηση λείπει. Δεν υπάρχει σωστή ή λάθος απάντηση σε αυτό. Υπάρχει μόνο η δική σου αντοχή και οι δικές σου αδιαπραγμάτευτες ανάγκες. Να θυμάσαι πως το να αγαπάς κάποιον είναι υπέροχο, αλλά το να νιώθεις ότι σε βλέπει, σε ακούει και σε καταλαβαίνει είναι αυτό το οποίο κρατάει την ψυχή σου ζωντανή και γαλήνια.
