Γνωρίζεστε. Σκαλώνεις με τα μάτια, το χαμόγελο, τον τρόπο που μιλάει και κινείται, τον τρόπο που σου μιλάει. Αρχίζει το παιχνίδι, περνάς καλά ομολογουμένως, σκέφτεσαι ότι ίσως κάτι θα μπορούσε να υπάρξει, προβληματίζεσαι ελαφρώς για το πού και πότε, αγχώνεσαι για το «αν».

Βγαίνετε λοιπόν ένα ραντεβού και ξαναβγαίνετε, πάει πολύ μπόμπα, φιλάει και καλά, ενθουσιάζεσαι, υπάρχει χημεία. Όλα τα βασικά συστατικά για μια επιτυχημένη σχέση, έχουν μπει στο μπολ κι εσείς τα ανακατεύετε με μαεστρία και προσοχή, μην κόψει το γλυκό. Και κάπου εκεί, ανάμεσα στα μέλια και τα παντεσπάνια πέφτει η ερώτηση φωτιά, αυτή που εν τέλει θα κρίνει το τελικό και κυριότερο ψηστήρι στην ιστορία του μέχρι τώρα πεσίματος. Κι η ατάκα αυτή ακούει στο όνομα «Θέλεις να έρθεις σπίτι μου για ταινία;»

Αρχικά να πούμε ότι η παραπάνω φράση είναι ίσως το πιο χιλιοειπωμένο ψέμα μετά το εξαίρετο «δεν είναι αυτό που νομίζεις». Ποτέ κανένας δεν πήγε σε σπίτι για να δει ταινία με αυτόν που ψήνεται η κατάσταση κι είδε όντως την ταινία. Κι αυτό για δύο λόγους. Πρώτον γιατί η ταινία δε φτάνει ποτέ στο τέλος της, πριν αρχίσει το χαμούρεμα. Και δεύτερον γιατί αν τελειώσει όντως η ταινία, σημαίνει ότι κάτι δεν πήγε καλά μεταξύ σας, οπότε δε θα έχεις παρακολουθήσει δευτερόλεπτο γιατί θα το καις σχετικά με το τι δεν πήγε καλά.

Ας πάμε τώρα να εξετάσουμε την ανατομία του εγκλήματος. Γιατί λοιπόν είναι χιλιοφορεμένη αυτή η ατάκα και γιατί εννιά στις δέκα θα καταφέρεις να πείσεις τον ενδιαφερόμενο να έρθει όντως σπίτι σου; Γιατί πολύ απλά είναι πειστικό. Αρχικά του προκαλείς το ενδιαφέρον προσκαλώντας τον στον προσωπικό σου χώρο.

Δεύτερον, σε αντίθεση με κάποιο ραντεβού πιο επίσημο, του επιτρέπεις μια πιο απλή συνάντηση χωρίς φρουφρού κι αρώματα, η οποία είναι κι εντελώς ανέξοδη για τον ίδιο. Δεν τον πιέζεις δημιουργώντας του απαιτήσεις, όπως για παράδειγμα το «Θα μαγειρέψω», ούτε τον ξενερώνεις με μια κάπως πιο φτηνιάρικη πρόταση όπως το «Έλα να δεις τη συλλογή μου με τα γραμματόσημα». Αν δε, είσαι αρκετά έξυπνος κι έχεις κάνει την προετοιμασία σου στα προηγούμενα ραντεβού, θα ξέρεις και τι είδος ταινίας να επιλέξεις για να τον ευχαριστήσεις ακόμα περισσότερο.

Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι του προσφέρεις μια πρόσωπο με πρόσωπο επικοινωνία κι ένα μεγάλο άνοιγμα στην προσωπική σου ζωή. Γιατί κακά τα ψέματα, το να βάζεις έναν άνθρωπο για πρώτη φορά στο σπίτι σου δεν είναι αγχωτικό μόνο για εκείνον που μπορεί να φοβάται ότι είσαι ψυχοπαθής και θα του κλέψεις ένα νεφρό. Είναι και για σένα, που το ανοίγεις ό,τι πιο λεπτομερές έχεις σε χαρακτηριστικό και του το προσφέρεις για έρευνα και κριτική. Από το γούστο σου σε έπιπλα και χρώματα μέχρι και το τι μουσική θα βάλεις όταν τον υποδεχτείς. Είναι μεγάλο ρίσκο κι αρκετά ειλικρινές άνοιγμα, παρ’ όλο που για να το πετύχεις λες ένα ψεματάκι.

Προφανώς και λίγο ή πολύ όλα γίνονται για να γεμίσει εν τέλει το κρεβάτι σου, αλλά και πάλι δεν υπάρχει κάτι κακό σε αυτό. Μεγάλα παιδιά είμαστε και προφανώς όταν ο άλλος σου προτείνει να μείνετε οι δυο σας σε έναν καναπέ με κρασί και κομεντί, ξέρεις ότι μάλλον δε θέλει να αναλύσετε τον Κάφκα.

Έχουν μια φοιτητική φρεσκάδα αυτά τα ψέματα, σε ανανεώνουν και σε προκαλούν να τα ακολουθήσεις, κυρίως γιατί είναι, ως επί το πλείστον, λευκά και δε σε θίγουν ως προσωπικότητα. Είναι απλά μια άχαρη και γλυκιά δικαιολογία για να κάνετε το επόμενο βήμα και να κρατήσετε την ταινία που ποτέ δεν είδατε, ως αυτή που σας έφερε κοντά.

 

Επιμέλεια Κειμένου Γιοβάννας Κοντονικολάου: Πωλίνα Πανέρη

Συντάκτης: Γιοβάννα Κοντονικολάου