Article of the day: Η Δήμητρα Παπακωνσταντίνου μοιράζεται μαζί μας πού πρέπει να φάμε, σε μια επίσκεψη στην Ιταλία. Δες εδώ!

kakouri323

Η τέχνη του γκράφιτι ανοίγει ολο και περισσότερο την είσοδό του σε μεγαλύτερο κοινό. Άνθρωποι με καλλιτεχνικές ανησυχίες, με πείσμα κι υπομονή διοχετεύουν όλη τους την ενέργεια πάνω σ’ έναν τοίχο. Μόνο που για ‘κείνους δεν είναι απλά ένας τοίχος. Είναι ο καμβάς τους, το χαρτί τους, η χαρτοπετσέτα τους και τα τελειωμένα χαρτάκια.

Πιάνοντας το σπρέι στο ένα χέρι, την καν (βαλβίδα) στο άλλο, «κουμπώνοντας» το σπρέι και κουνώντας τη μαγική φιάλη, ξεκινάει η ησυχία. Η ησυχία στο κεφάλι τους. Το μόνο που ακούς εσύ σαν τρίτος, όταν τους βλέπεις και παρακολουθείς την τελετουργία, είναι ο ήχος που βγάζει το σπρέι. Αν δεν το ‘χεις ακούσει, είναι ένα χαρακτηριστικό «φις-φις», τ’ οποίο για ‘κείνους που το δουλεύουν είναι η πιο όμορφη μουσική. 

Για ‘κείνους η μουσική αυτή είναι η σύνθεση των χρωμάτων. Το χέρι που μαζί με τη φιάλη ξεκινάει απ’ το πιο ψηλό σημείο του τοίχου και καταλήγει στο πιο χαμηλό, ζωγραφίζοντας την τέλεια κάθετη γραμμή ή την τέλεια γωνία 180 μοιρών. Κι εσύ κάθεσαι και κοιτάς σαν χρυσόψαρο, με γουρλωμένα μάτια και στόμα ανοιχτό μέχρι το πάτωμα, όπως ο Τομ πριν πιάσει τον Τζέρι.

Καρτουνίστικες φιγούρες, characters, tags (το όνομά-ψευδώνυμο  τους, γραμμένο μ’ απλά γράμματα), throw ups (το tag τους γραμμένο με περίγραμμα), bombs (το ίδιο με χρώμα). Μετά είναι τα διάφορα στιλ που υπάρχουν, όπως το wild style, με λίγο πιο άγρια τελειώματα, τα abstract, δηλαδή τα αφηρημένα κομμάτια, το oldchool, ως πιο «παλιό» στιλ, τα 3d που είναι και τα πιο δύσκολα και πολλά άλλα που χωρίζονται σε υποκατηγορίες. Αν ξεκινήσω να τ’ απαριθμώ δε θα φτάνουν οι λέξεις, για να σου μιλήσω για όλα.

Λέξεις που κάνουν ομοιοκαταληξία η μια με την άλλη, η ρίμα που λένε στη ραπ μουσική, η οποία είναι αυτή που σχετίζεται κατά βάση με την κουλτούρα του χιπ-χοπ. Δεν είναι απόλυτο αυτό ωστόσο, καθώς υπάρχουν πολλοί καλλιτέχνες, οι οποίοι δεν ακούνε ραπ. Ωστόσο, να κάνουμε μια διευκρίνιση. Η λέξη χιπ-χοπ περικλείει μέσα της τόσο τη ραπ μουσική, όσο και το γκράφιτι.

Υπάρχουν δυο κατηγορίες που αφορούν το γκράφιτι. Το legal (νόμιμο) και το illegal (παράνομο). Νόμιμο θεωρείται το γκράφιτι που γίνεται σε στρατόπεδα –τουλάχιστον στα περισσότερα απ’ αυτά- σε χώρους που έχει ορίσει ο κάθε Δήμος και φυσικά τα φεστιβάλ. Βέβαια, ξέρεις, πως όταν είναι ο χώρος νόμιμος, την επόμενη μέρα ή ώρα αφού έχεις τελειώσει, θα ‘ρθει ίσως κάποιος άλλος γκραφιτάς και θα σε «πατήσει», δηλαδή, θα βάψει πάνω απ’ το δικό σου έργο. Παράνομο απ’ την άλλη, θεωρείται –κι είναι- το γκράφιτι που καταστρέφει δημόσιες περιουσίες (βλέπε πολυκατοικίες, μαγαζιά, κτίρια κτλ). Θεωρείται ποινικό αδίκημα κι αν σε πιάσουν την ώρα που βάφεις ένα στόρι σε κάποιο μαγαζί, την πάτησες για τα καλά.

Το νόμιμο γκράφιτι λαμβάνει συνήθως χώρα τις πρωινές ώρες, ενώ το παράνομο –για ευνόητους λόγους- τις βραδινές.  Ευτυχώς, υπάρχουν αρκετά φεστιβάλ στη χώρα μας, που φιλοξενούν αμέτρητους καλλιτέχνες, διαφορετικούς τις περισσότερες φορές, κάθε χρόνο, μ’ αποτέλεσμα ν’ αρχίζει ο κόσμος να μαθαίνει τη νέα αυτήν τέχνη, που μας κάνει όλους να μένουμε μ’ ανοιχτό το στόμα, όταν βλέπουμε το αποτέλεσμα.

Είναι αρκετά δύσκολο να βάψεις έναν τοίχο. Δεν είναι χαρτί να το γυρίσεις ανάποδα, στο πλάι, να σβήσεις μ’ ευκολία και να τον κοιτάς από μικρή απόσταση κάθε πέντε λεπτά. Ο τοίχος είναι τοίχος. Είναι σταθερός. Έχει φτιαχτεί για να μην πέφτει, για να μη γυρνάει και για να μην μπορείς να το χαζέψεις από μικρή απόσταση. Έχει φτιαχτεί γι’ αυτούς που κόβει το μάτι τους από μακριά. Που μπορούν ν’ αντιληφθούν το χώρο, τη σύνθεση των χρωμάτων και τις αποστάσεις των γραμμάτων.

Βγες μια βόλτα στην πόλη σου και τσέκαρε τις ομορφιές της. Θα μείνεις έκπληκτος απ’ το πόσο μπορεί ν’ αλλάξει ένα κτίριο με πέντε διαφορετικά χρώματα, δουλεμένα σωστά κι ομοιόμορφα. Δε μιλάμε για βανδαλισμούς και συνθήματα τύπου «Σ’ αγαπώ, είσαι η ζωή μου». Μιλάμε για σχέδια που σε ταξιδεύουν και σε γεμίζουν. Το μόνο που χρειάζεται είναι ν’ ανοίξεις τα μάτια σου και να πεις ένα «ευχαριστώ» σ’ εκείνους που βάζουν τη φαντασία τους, τον κόπο τους, το χρόνο, τη διάθεση και το χρήμα τους (γιατί κοστίζει, όλα κοστίζουν), για να κάνουν το τσιμέντο να μιλάει.

 

Επιμέλεια Κειμένου Λάμδα Βήτα: Ιωάννα Κακούρη

Συντάκτης: Λάμδα Βήτα