Κάνουμε κουβέντα για τις σχέσεις. Αυτές που μπορούν να μας κάνουν να βγάλουμε φτερά και να πετάξουμε  πολύ ψηλά αλλά μπορούν επίσης να μας προσγειώσουν πολύ απότομα από το συννεφάκι μας. Σχέσεις που περνάνε από χίλια κύματα. Είναι όμως και κάποιοι σταθμοί σ’ αυτήν τη διαδρομή που για πολλούς είναι σημαντικοί. Ή κατεβαίνουν απ’ αυτό το τρένο γι’ άλλον προορισμό ή κλείνουν κουκέτα για το υπόλοιπο ταξίδι.

Η πρώτη και στάνταρ στάση είναι αυτή η αρχική. Των πρώτων μηνών. Της καψούρας, αν θέλετε. Αυτής της τρέλας που μας πιάνει και δε λέει να μας αφήσει. Που δε βλέπουμε μπροστά μας. Όταν λοιπόν φύγει η επήρεια αυτής της ακαταλαβίστικης παράνοιας, εκεί γύρω στους 6 μήνες πάνω-κάτω, μπορούμε επιτέλους να ευχαριστηθούμε αυτό που ζούμε χωρίς να μας τυφλώνει ο έρωτας ο εγωιστικός. Ίσως να είναι κι η πιο συνειδητή περίοδος μιας σχέσης που πλέον τα εμπόδια έχουν νικηθεί, οι καρδιές έχουν παραδοθεί και τα χαρτιά έχουν ανοίξει. Τα κοιτάμε κι αν μας αρέσουν, συνεχίζουμε γιατί αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε πως κάτι υπάρχει πίσω από τον ομιχλώδη έρωτα που ζήσαμε. Ή αντιλαμβανόμαστε πως αυτό ήταν, όσο κράτησε. Τα μάγια λύθηκαν.

 

 

Όσο περνάει ο καιρός, όλα αρχίζουν να βολεύονται. Αλήθειες, συναισθήματα, οι παρέες έχουν γίνει κοινές, είμαστε ζευγάρι με δόξα και τιμή. Επέτειος ενός χρόνου κι έχουμε συνηθίσει κιόλας ο ένας τον άλλον. Ή έχουμε βαρεθεί να κοιταζόμαστε και πάμε γι’ άλλα. Ανάλογα πώς θα το βιώσει κανείς. Ένας χρόνος είναι αυτός, ή μπροστά ή καθόλου. Κι ας πούμε πως πάμε μπροστά και νιώθουμε πια πως εδώ είμαστε. Είμαστε τόσο σίγουροι, που περνάνε και κάνα δυο χρονάκια ακόμα. Πάνω στα τρία χρόνια, μάλλον έχουμε γνωρίσει και γονείς και θείους και δέκατα πέμπτα ξαδέρφια. Μας έχουν μάθει και στο χωριό που η επίσκεψή μας είναι στάνταρ κάθε Πάσχα και Χριστούγεννα. Νιώθουμε ότι ανήκουμε κάπου. Άνετοι πια να βολευτούμε. Σ’ αυτή τη φάση της τριετίας είναι που ξεβολευόμαστε κι ανανεώνουμε τη σχέση μας ή συνεχίζουμε έτσι μέσα στη συνήθεια της δήθεν μονιμότητας. Βάζουμε την τριετή εμπειρία μας μαζί με τις άλλες και διαπιστώνουμε πως δεν έχει παρακάτω. Πως τα είδαμε όλα. Και καψούρες μαζί, κι έρωτες, τώρα μας τελείωσαν.

Αν περάσουμε κι αυτή τη φάση της σχέσης περνάνε και τα χρόνια. Ανάμεσα στα τρία και τα εφτά, έχουμε πάρει αποφάσεις σημαντικές. Αποφάσεις που κάποιες φορές είναι λυτρωτικές κι άλλες μας διαλύουν τη ζωή για πάντα. Γιατί γύρω στην εφταετία υποτίθεται ξέρουμε τι θέλουμε. Το έχουμε δει από κάθε του πλευρά, δεν έχει μείνει κανένας φίλος ή συγγενής που δεν έχουμε γνωρίσει. Έχουμε γίνει όλο του το παρελθόν κι ίσως και το μέλλον. Εδώ έχει σημασία πόσο προσπαθήσαμε αυτά τα χρόνια που πέρασαν. Αν μείναμε κι είμαστε ακόμη εδώ, ξέρουμε γιατί. Κι αν μπορούμε να το σηκώσουμε, να το εξηγήσουμε, τότε τα εφτά χρόνια μπορούν να γίνουν και δεκατέσσερα. Γιατί από εκείνο το πρώτο τρίμηνο κι εξάμηνο αλλάξαμε. Μεγαλώσαμε. Κι οι δύο.

Είναι σχέσεις που κάποιος κατεβαίνει σε κάποια επόμενη στάση κι άλλες που νιώθουν τον χρόνο που περνάει και πάνε μαζί του. Κάθε στάση αυτού του ταξιδιού είναι διαφορετική. Μπορεί κάποιος να χρειάζεται τρία χρόνια για να μάθει τον άλλον και κάποιος άλλος σε δύο μήνες να ξέρει όσα νιώθει ότι χρειάζεται. Μπορεί τα εφτά χρόνια να είναι ασήκωτα για κάποιους και να μην ξέρουν πώς να τ’ αφήσουν κάτω, για άλλους να είναι μια αρχή με τον ίδιο όμως άνθρωπο.

Σε κάθε φάση πάντως, σε κάθε συνθήκη της σχέσης, χρειάζεται ειλικρίνεια. Ειλικρίνεια και προς τον ίδιο μας τον εαυτό. Γιατί αν ξέρουμε γιατί ανεβήκαμε σ’ αυτό το τρένο, τότε, όποιος αι αν είναι ο προορισμός, όσες στάσεις και να έχει, θα ξέρουμε πού πάμε και γιατί. Κυρίως όμως, με ποιον.

Συντάκτης: Μαργαρίτα Αρβανιτίδου
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου