Έχεις σπουδάσει, έχεις δουλέψει, έχεις αναλάβει υποθέσεις, έχεις κερδίσει την εμπιστοσύνη των ανθρώπων που εκπροσωπείς. Και ξαφνικά, μια εγκυμοσύνη φαίνεται να αρκεί για να μπει όλη αυτή η διαδρομή σε αμφισβήτηση. Αυτό είναι το μήνυμα που αναδύεται από την καταγγελία της Ένωσης Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών, για περιστατικό στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση της ΕΑΝΔΑ, το περιστατικό σημειώθηκε την Πέμπτη 1η Οκτωβρίου, όταν συνάδελφος της δικηγόρου έθεσε κώλυμα παρουσίας της λόγω εγκυμοσύνης. Η γυναίκα βρισκόταν στην αρχή της κύησης και αντιμετώπιζε προβλήματα που επηρέαζαν τη δυνατότητά της να παραστεί στο δικαστήριο. Η ανακοίνωση αναφέρεται σε πληρεξούσια δικηγόρο, χωρίς να την προσδιορίζει ως ασκούμενη.

Όσα φέρονται να ακολούθησαν είναι το σοβαρότερο μέρος της καταγγελίας. Κατά την Ένωση, διατυπώθηκαν αναφορές ότι η δικηγόρος θα έπρεπε, εξαιτίας της εγκυμοσύνης της, να απομακρυνθεί από τους εντολείς της ή να εγκαταλείψει την επαγγελματική της δραστηριότητα. Μάλιστα, η ΕΑΝΔΑ καταγγέλλει ότι δόθηκε εντολή από την έδρα να σημειωθεί στο αναβλητικό απόσπασμα πως ο εντολέας ήταν απαραίτητο να αντικαταστήσει τη δικηγόρο του.

 


 

Δηλαδή, ένα ζήτημα υγείας που επηρέαζε την παρουσία της σε συγκεκριμένη δικάσιμο φέρεται να αντιμετωπίστηκε σαν λόγος να χάσει τον άνθρωπο που την είχε επιλέξει για την εκπροσώπησή του.

Γιατί αυτή η είδηση θα έπρεπε να μας προβληματίσει; Γιατί, αρχικά, σβήνει τις γνώσεις μιας εγκύου γυναίκας. Ακυρώνει την εμπειρία της. Κάνει ξαφνικά λιγότερο έγκυρη την επαγγελματική της ιδιότητα. Το ότι μπορεί να χρειαστεί φροντίδα, χρόνο ή προσωρινή προσαρμογή στις υποχρεώσεις της, μετατρέπει ολόκληρη την καριέρα της σε πρόβλημα προς επίλυση.

Η ΕΑΝΔΑ το διατυπώνει καθαρά: «Η εγκυμοσύνη δε συνιστά επαγγελματική ανεπάρκεια». Διευκρινίζει επίσης ότι η παρέμβασή της αφορά τη συμπεριφορά απέναντι στη συνάδελφο και τον σεβασμό της αξιοπρέπειάς της, χωρίς να αμφισβητεί τη δικαστική κρίση για το αίτημα αναβολής.

Αυτή η διάκριση έχει σημασία. Ένα δικαστήριο καλείται να εξετάζει αιτήματα και να διαχειρίζεται τη διαδικασία. Η επαγγελματική απαξίωση μιας γυναίκας λόγω εγκυμοσύνης, όμως, είναι άλλο ζήτημα. Αν τα περιστατικά συνέβησαν όπως καταγγέλλονται, χρειάζονται συγκεκριμένες απαντήσεις για τις αναφορές που έγιναν και για την εντολή που φέρεται να δόθηκε.

Και υπάρχει κάτι ιδιαίτερα βαρύ στην προτροπή να αντικατασταθεί μια επαγγελματίας: απευθύνεται στον άνθρωπο που της έχει εμπιστευτεί την υπόθεσή του. Μια τέτοια παρέμβαση μπορεί να πλήξει τη σχέση εμπιστοσύνης από την οποία εξαρτάται η δουλειά της. Η υποτίμηση αποκτά πιθανό κόστος, πέρα από την προσβολή.

Το πιο κουραστικό σε όλη αυτή τη λογική είναι η απαίτηση η εργαζόμενη να παραμένει διαρκώς διαθέσιμη, σαν να μην έχει σώμα, υγεία και ζωή έξω από το επάγγελμά της. Να μπορεί να γίνει μητέρα, αρκεί να μη χρειαστεί τίποτα. Να συνεχίσει να εργάζεται, αρκεί η εγκυμοσύνη να μην επηρεάσει ούτε μία υποχρέωση. Ένα μοντέλο ανθρώπου με πλήρη διαθεσιμότητα και μηδενικές ανάγκες. Πολύ βολικό ως απαίτηση· αδύνατο ως πραγματικότητα.

Άραγε, θα μπορούσε ποτέ η πατρότητα να στερήσει σε έναν άντρα την επαγγελματική του υπόσταση; Μάλλον όχι. Η συγκεκριμένη καταγγελία αξίζει να εξεταστεί με τη σοβαρότητα που απαιτούν οι ισχυρισμοί της. Η αξιοπιστία των θεσμών χτίζεται και από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν έναν άνθρωπο όταν βρίσκεται σε ευάλωτη θέση.

Μια γυναίκα δε θα έπρεπε να χρειάζεται να υπερασπιστεί το δικαίωμά της να παραμένει δικηγόρος επειδή έμεινε έγκυος. Και μια δικαστική αίθουσα θα έπρεπε να είναι από τους πρώτους χώρους όπου αυτό θεωρείται αυτονόητο.