Μια διάταξη που περιλαμβάνεται στο νέο πολυνομοσχέδιο του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών έχει ήδη προκαλέσει συζητήσεις, καθώς προβλέπει σημαντικές αυξήσεις στις αποδοχές των ανώτερων στελεχών της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος.
Σύμφωνα με το άρθρο 56 του νομοσχεδίου που τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση, αλλάζει ο τρόπος υπολογισμού της μισθοδοσίας των Αρχιερέων. Μέχρι σήμερα οι αποδοχές τους βασίζονταν σε συγκεκριμένους βασικούς μισθούς και επιδόματα. Για παράδειγμα, ένας Μητροπολίτης λάμβανε βασικό μισθό 2.210 ευρώ, στον οποίο προστίθενταν μικρά επιδόματα, με τις συνολικές αποδοχές να διαμορφώνονται περίπου στα 2.335 ευρώ μικτά μηνιαίως.
Με τη νέα ρύθμιση, το υφιστάμενο σύστημα καταργείται και οι αποδοχές συνδέονται άμεσα με το ανώτατο όριο αποδοχών του Δημοσίου. Συγκεκριμένα, οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές του Αρχιεπισκόπου, των Μητροπολιτών και των Τιτουλάριων Μητροπολιτών θα αντιστοιχούν στο 90% των αποδοχών ενός Γενικού Γραμματέα υπουργείου.
Αυτό μεταφράζεται σε περίπου 5.170 ευρώ μικτά τον μήνα για τους Μητροπολίτες, ποσό που συνεπάγεται αύξηση της τάξης του 120% σε σχέση με το προηγούμενο καθεστώς. Αντίστοιχα, οι αποδοχές του Αρχιεπισκόπου αυξάνονται σημαντικά, αγγίζοντας επίπεδα που προσεγγίζουν το ανώτατο πλαφόν που προβλέπεται για ανώτατους κρατικούς λειτουργούς.
Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον αν συγκριθεί με τα εισοδήματα των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα. Ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα ανέρχεται σήμερα στα 920 ευρώ μικτά, γεγονός που σημαίνει ότι οι νέες αποδοχές ενός Μητροπολίτη θα αντιστοιχούν σε περισσότερες από πέντε φορές τον βασικό μισθό.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η νέα διάταξη εναρμονίζει το μισθολογικό καθεστώς των ανώτερων εκκλησιαστικών αξιωματούχων με εκείνο άλλων υψηλόβαθμων κρατικών λειτουργών, εισάγοντας ένα πιο ενιαίο και σαφές σύστημα υπολογισμού των αποδοχών. Παράλληλα, το νομοσχέδιο προβλέπει ότι πέρα από τις νέες αποδοχές δεν θα καταβάλλεται καμία άλλη πρόσθετη παροχή.
Ωστόσο, η χρονική συγκυρία της συγκεκριμένης πρωτοβουλίας έχει ήδη προκαλέσει πολιτικές αντιδράσεις και δημόσιο διάλογο. Επικριτές της ρύθμισης σημειώνουν ότι η αύξηση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία μεγάλα τμήματα της κοινωνίας εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν αυξημένο κόστος ζωής, στεγαστική πίεση και περιορισμένη αγοραστική δύναμη.
Το αν η νέα μισθολογική πολιτική θα θεωρηθεί μια θεσμική εξομοίωση ή μια προνομιακή μεταχείριση προς την Εκκλησία είναι ένα ερώτημα που αναμένεται να απασχολήσει έντονα τη δημόσια συζήτηση το επόμενο διάστημα.