Η λέξη «ρετσινιά» συνήθως περιγράφει κάτι άδικο που κόλλησε πάνω σε έναν άνθρωπο. Μια φήμη, μια κατηγορία που τον ακολουθεί, μια εικόνα από την οποία προσπαθεί να απαλλαγεί. Γι’ αυτό και η χρήση της από τον Γιάννη Μπέζο, μιλώντας για τον Πέτρο Φιλιππίδη, χρειάζεται λίγη περισσότερη προσοχή. Γιατί στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει και μια καταδίκη για δύο απόπειρες βιασμού. Κι αυτή η πληροφορία δεν μπορεί να ξεχνιέται, ακόμη κι όταν η κουβέντα γίνεται ανάμεσα σε συναδέλφους που εκτιμούν ο ένας το ταλέντο του άλλου.
Ο Γιάννης Μπέζος, μιλώντας στο «Πρωινό» την Πέμπτη 5 Νοεμβρίου, χαρακτήρισε άδικο το γεγονός ότι, κατά την εκτίμησή του, δεν προβλήθηκε αρκετά η πρόσφατη δικαστική εξέλιξη υπέρ του Φιλιππίδη. Αφορμή ήταν η καταδίκη της γυναίκας που τον είχε καταγγείλει για βιασμό κατ’ εξακολούθηση, σε φυλάκιση 12 μηνών με τριετή αναστολή για ψευδή καταμήνυση και ψευδή κατάθεση. Για τη συγκεκριμένη καταγγελία ο ηθοποιός είχε αθωωθεί. Ο Μπέζος μίλησε για δικαίωση, αναφέρθηκε στην προσπάθεια του συναδέλφου του να αποκαταστήσει την εικόνα του και εξέφρασε την επιθυμία να τον ξαναδεί στο θέατρο.
Μέχρι εδώ, η απαίτηση να παρουσιάζονται όλες οι δικαστικές εξελίξεις είναι απολύτως θεμιτή. Όμως η πληρότητα λειτουργεί προς όλες τις κατευθύνσεις. Ο Φιλιππίδης κρίθηκε ομόφωνα ένοχος από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο για δύο διαφορετικές υποθέσεις απόπειρας βιασμού και καταδικάστηκε σε τρία χρόνια φυλάκισης με αναστολή. Η απόφαση για τη συγκεκριμένη καταγγέλλουσα δεν ανατρέπει εκείνες τις καταδίκες. Η δικαίωση σε μία υπόθεση δεν ισοδυναμεί με συνολική απαλλαγή από όλες.
Εκεί ακριβώς δημιουργεί πρόβλημα η συζήτηση περί «ρετσινιάς». Όταν το βάρος πέφτει σχεδόν αποκλειστικά στην πληγωμένη εικόνα του ηθοποιού, οι πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε κινδυνεύουν να υποχωρήσουν στο φόντο. Ο θεατής ακούει για έναν σπουδαίο καλλιτέχνη που έμεινε εκτός, ταλαιπωρήθηκε και προσπαθεί να επιστρέψει. Οι γυναίκες, όμως, για τις υποθέσεις των οποίων κρίθηκε ένοχος, πού βρίσκονται μέσα σε αυτή την αφήγηση; Η δική τους δικαίωση δεν έχει μικρότερο βάρος επειδή δε συνοδεύεται από μια μεγάλη θεατρική καριέρα.
Ο Μπέζος αναφέρθηκε, πάντως, και στην ανάγκη αυτοκριτικής, θέτοντάς την ως προϋπόθεση για να αποτιμήσει θετικά αυτή την προσπάθεια. Τι σημαίνει αυτοκριτική σε μια τέτοια περίπτωση; Πώς εκφράζεται η ανάληψη ευθύνης; Ποια θέση έχουν οι άνθρωποι που υπέστησαν τις πράξεις για τις οποίες υπήρξε καταδίκη;
Αντίστοιχα, η αναφορά του στην «προσωπική ζωή» των καλλιτεχνών και το παράδειγμα του Άκη Πάνου αφήνουν ένα σημαντικό κενό. Ο Μπέζος αναρωτήθηκε αν θα σταματήσουμε να τραγουδάμε τα τραγούδια ενός δημιουργού επειδή πήγε φυλακή, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι η περίπτωση του Φιλιππίδη είναι πιο σύνθετη, καθώς ο ίδιος εμφανίζεται στη σκηνή. Αυτή η διαφορά έχει σημασία. Η επιστροφή ενός ηθοποιού αφορά μια ζωντανή επαγγελματική συνθήκη: συναδέλφους, συνεργάτες, πρόβες, σχέσεις εμπιστοσύνης. Και οι απόπειρες βιασμού δεν μπορούν να συζητούνται με την ελαφρότητα που θα συζητούσαμε μια αδιάκριτη αποκάλυψη για τις προσωπικές επιλογές ενός διάσημου.
Όσο για το επιχείρημα ότι οι υπόλοιποι δε φοράμε φωτοστέφανο, δε χρειάζεται ιδιαίτερη ηθική ανωτερότητα για να κρατάμε μια σταθερή θέση απέναντι στη σεξουαλική βία. Το ότι όλοι έχουμε αδυναμίες δε σημαίνει ότι όλες οι πράξεις χωρούν κάτω από την ίδια βολική ομπρέλα της ανθρώπινης ατέλειας. Ούτε η αναγνώριση του ταλέντου κάποιου δημιουργεί υποχρέωση να τον παρακολουθήσουμε ξανά.
Ο Γιάννης Μπέζος δικαιούται να επιθυμεί την επιστροφή του συναδέλφου του. Και ο Φιλιππίδης δικαιούται να προβάλλει κάθε δικαστική απόφαση που τον δικαιώνει. Εκείνο που αξίζει κριτική είναι η ευκολία με την οποία η συζήτηση επιστρέφει στο πόσο μας λείπει ένας ηθοποιός, προτού σταθεί αρκετά στο βάρος των καταδικασμένων πράξεων. Η φράση ότι ο χρόνος «τα αμβλύνει όλα» μπορεί να ακούγεται καθησυχαστική. Για να έχει, όμως, περιεχόμενο μια νέα αρχή, χρειάζεται κάτι περισσότερο από το πέρασμα των χρόνων. Η αυτοκριτική που επικαλείται ο Μπέζος θα ήταν ένα πολύ πιο ουσιαστικό σημείο εκκίνησης από τη νοσταλγία για τον πρωταγωνιστή. Και θύτη.