Μπήκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες αναζητώντας ασφάλεια. Κάποιοι είχαν εγκαταλείψει τις πατρίδες τους επειδή φοβούνταν διώξεις, απειλές ή βiα λόγω του σ3ξουαλικού τους προσανατολισμού. Τώρα, στο πλαίσιο της πολιτικής των «απελάσεων σε τρίτες χώρες» της κυβέρνησης Τραμπ, ορισμένοι καταλήγουν σε χώρες με τις οποίες δεν έχουν καμία σχέση και όπου, σύμφωνα με τις μαρτυρίες τους, εξακολουθούν να αισθάνονται ότι κινδυνεύουν.
Η ιστορία της 28χρονης Aylin, όπως παρουσιάζεται σε ρεπορτάζ του CNN, είναι χαρακτηριστική. Η νεαρή λεσβία από την Τουρκία εγκατέλειψε τη χώρα της μετά από απειλές για τη ζωή της και ταξίδεψε στις ΗΠΑ αναζητώντας, όπως είπε, την ελευθερία να ζήσει τη ζωή της.
Αμερικανικό δικαστήριο της είχε χορηγήσει «αναστολή απέλασης», αναγνωρίζοντας ότι η επιστροφή της στην Τουρκία θα μπορούσε να είναι επικίνδυνη λόγω του σ3ξουαλικού της προσανατολισμού. Ωστόσο, ύστερα από 18 μήνες κράτησης στις ΗΠΑ, η ίδια λέει ότι τον Ιούνιο μεταφέρθηκε με χειροπέδες και αλυσίδες σε αεροπλάνο χωρίς να γνωρίζει τον προορισμό της. Μόνο κατά τη διάρκεια της πτήσης πληροφορήθηκε ότι κατευθυνόταν προς την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία.
Η Κεντροαφρικανική Δημοκρατία δεν ήταν η χώρα καταγωγής της. Δεν είχε ζήσει ποτέ εκεί και, όπως περιγράφει, δεν γνώριζε καν την ύπαρξή της μέχρι τη στιγμή που βρέθηκε καθ’ οδόν προς αυτή.
Από την Τουρκία στις ΗΠΑ και από εκεί στην Κεντρική Αφρική
Η περίπτωση της Aylin εντάσσεται σε μια ευρύτερη αλλαγή της αμερικανικής μεταναστευτικής πολιτικής.
Οι λεγόμενες «third-country deportations» αφορούν την απομάκρυνση μεταναστών σε χώρα διαφορετική από τη χώρα καταγωγής τους. Το CNN αναφέρει ότι η κυβέρνηση Τραμπ έχει συνάψει συμφωνίες με περισσότερες από 30 χώρες για την αποδοχή απελαθέντων, ενώ η Κεντροαφρικανική Δημοκρατία αποτέλεσε τον προορισμό της πρώτης σχετικής πτήσης της ICE τον Ιούνιο.
Στις 11 Ιουνίου, 18 μετανάστες από διαφορετικές χώρες μεταφέρθηκαν από τη Λουιζιάνα προς την Μπανγκί, την πρωτεύουσα της Κεντροαφρικανικής Δημοκρατίας. Σύμφωνα με το CNN, αρκετοί από τους επιβάτες δήλωσαν ότι δεν γνώριζαν εξαρχής πού κατευθύνονταν. Ορισμένοι ανέφεραν επίσης ότι υπέστησαν βiαιη μεταχείριση κατά τη μεταφορά τους, καταγγελίες που Αμερικανός αξιωματούχος αρνήθηκε.
Για κάποιους από αυτούς, η νέα χώρα δεν ήταν απλώς ένας άγνωστος προορισμός. Ήταν ένας τόπος στον οποίο δεν είχαν κανένα δίκτυο, καμία οικογένεια και καμία προηγούμενη σύνδεση.
«Θέλω απλώς να μπορώ να βγω έξω»
Η Aylin περιγράφει στο CNN τον φόβο που ένιωσε στη Μπανγκί. Βρέθηκε για εβδομάδες περιορισμένη σε ένα διαμέρισμα, φοβούμενη να κυκλοφορήσει ελεύθερα.
«Ήθελα απλώς να είμαι ελεύθερη», ανέφερε, περιγράφοντας το όνειρό της για μια φυσιολογική ζωή, φίλους, μια σχέση και τη δυνατότητα να δημιουργήσει τη δική της οικογένεια.
Τελικά, μπροστά στην αβεβαιότητα της ζωής της στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία αλλά και στον φόβο της επιστροφής στην Τουρκία, αποφάσισε να επιστρέψει στη χώρα από την οποία είχε φύγει.
Η απόφαση αυτή ήρθε σε μια ιδιαίτερα δύσκολη συγκυρία. Το CNN σημειώνει ότι, παρότι η ομοφυλοφιλία είναι νόμιμη στην Τουρκία, οι τουρκικές αρχές έχουν πραγματοποιήσει πρόσφατα επιχειρήσεις και συλλήψεις που έχουν επηρεάσει οργανώσεις και μέλη της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας.
Μια νέα πραγματικότητα για όσους ζητούν προστασία
Η αμερικανική πολιτική των απελάσεων σε τρίτες χώρες έχει προκαλέσει νομικές και ανθρωπιστικές αντιδράσεις, καθώς αφορά ανθρώπους που μπορεί να μην μπορούν να επιστρέψουν στη χώρα καταγωγής τους εξαιτίας κινδύνου δίωξης.
Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο όταν ο άνθρωπος που απομακρύνεται μεταφέρεται σε μια τρίτη χώρα στην οποία δεν έχει κανέναν δεσμό και όπου μπορεί να αντιμετωπίσει νέους κινδύνους.
Η υπόθεση της Aylin δείχνει έτσι μια ιδιαίτερη αντίφαση: ένας άνθρωπος μπορεί να φύγει από την πατρίδα του επειδή φοβάται ότι δεν μπορεί να ζήσει ελεύθερα, να φτάσει σε μια χώρα που θεωρεί ασφαλή και, τελικά, να βρεθεί ξανά σε έναν άγνωστο τόπο προσπαθώντας να αποφασίσει ποιος από τους διαθέσιμους δρόμους είναι ο λιγότερο επικίνδυνος.
Για την ίδια, η ερώτηση παραμένει απλή και ταυτόχρονα τεράστια: πού μπορεί τελικά να ζήσει χωρίς να φοβάται;