Ο Γιώργος Χρυσοστόμου πήγε στο «Αλ Τσαντίρι Νιουζ» για να μιλήσει για τη δουλειά του κι εμείς θυμηθήκαμε ότι έχουμε μια αδυναμία που δεν έχει αντιμετωπιστεί επαρκώς. Γιατί μπορεί να τον θαυμάζεις στο θέατρο, να τον παρακολουθείς σε μια σειρά και να θεωρείς ότι έχεις συνηθίσει την περίπτωσή του. Μετά πιάνει μια κουβέντα, αρχίζει τις ιστορίες και τις μιμήσεις και βρίσκεσαι πάλι να χαμογελάς στην οθόνη. Έχει, βλέπεις, αυτό το επικίνδυνο προσόν: σε κάνει να γελάς και μετά θέλεις να συνεχίσει να μιλάει. Κι έτσι ξεκινάνε κάτι έρωτες που στην πραγματικότητα τους ζει μόνο ο ένας. Παρασόσιαλ σε άλλο λέβελ.
Καλεσμένος του Λάκη Λαζόπουλου στο MEGA, ο ηθοποιός μίλησε για το «Κάμπινγκ», το θέατρο και τη μίμηση του Ηλία Ψινάκη, ενώ άκουσε και πολύ θερμά λόγια για τη δουλειά του. Ο Λαζόπουλος στάθηκε ιδιαίτερα στην ερμηνεία του στην «Άνοδο του Αρτούρο Ούι», σε σκηνοθεσία Άρη Μπινιάρη. Κι αυτή η συνύπαρξη είναι μεγάλο μέρος της γοητείας του Χρυσοστόμου. Μπορείς να συζητάς για τις απαιτήσεις ενός θεατρικού ρόλου και λίγο αργότερα να γελάς με μια ιστορία που αφηγείται. Το ταλέντο του έχει χώρο και για τα δύο, χωρίς να χρειάζεται να βγάλει ανακοίνωση για το πόσο πολυδιάστατος είναι.
Στο «Κάμπινγκ», πάντως, ο Σοφοκλής του έχει αναλάβει ευθύνες. Όπως εξήγησε ο ίδιος, προστατεύει το κάμπινγκ, τις γυναίκες και τις γάτες, κρατώντας τις ισορροπίες με τους δικούς του ιδιόρρυθμους τρόπους. Στις γάτες θα μπορούσε να είχε σταματήσει· είχε ήδη την προσοχή μας. Βεβαίως, μιλάμε για τον χαρακτήρα που υποδύεται, αλλά προσπάθησε τώρα να το εξηγήσεις αυτό στη φίλη που έχει ήδη αποφασίσει ότι θα περάσει το επόμενο καλοκαίρι της σε κάμπινγκ. Μέχρι χθες ήθελε ξενοδοχείο με πρωινό και ξαφνικά ρωτάει πόσο κάνουν οι σκηνές.
Από τις πιο απολαυστικές ιστορίες της κουβέντας ήταν εκείνη για τη μίμηση του Ηλία Ψινάκη. Ο Χρυσοστόμου εξήγησε ότι επηρεάστηκε αρχικά από τις μιμήσεις του ίδιου του Λαζόπουλου και περιέγραψε την αμηχανία του όταν ο Ψινάκης έμαθε πως τον μιμείται. Η αντίδραση που αφηγήθηκε, πάντως, ήταν ενθαρρυντική: ο Ψινάκης τον παρότρυνε να συνεχίσει. Η ιστορία έχει από μόνη της ωραίο υλικό, αλλά το πώς αφηγείσαι κάτι είναι ολόκληρη τέχνη. Και ο Χρυσοστόμου έχει τον ρυθμό, την παρατηρητικότητα και την άνεση που σε κάνουν να θέλεις να ακούσεις και την επόμενη ιστορία. Είναι ο τύπος καλεσμένου που θα ήθελες στο τραπέζι σου, με τον κίνδυνο βέβαια να μη θυμάται κανείς μετά τι είπες εσύ.
Μέσα στο χιούμορ υπήρξε και μια στιγμή αναγνώρισης που άξιζε τον χρόνο της. Ο Λαζόπουλος μίλησε για τη σημασία τού να αναγνωρίζουν οι παλαιότεροι τη δουλειά των νεότερων καλλιτεχνών, θυμίζοντας πόσο είχαν μετρήσει αντίστοιχες κουβέντες στη δική του διαδρομή. Ο Χρυσοστόμου, από την πλευρά του, χαρακτήρισε μεγάλη τιμή την πρόσκληση. Έχει κάτι ωραίο να ακούγεται στην τηλεόραση ένα συγκεκριμένο μπράβο για μια ερμηνεία. Να γίνεται κουβέντα για όσα δούλεψε ένας ηθοποιός, για μια παράσταση, για το αποτέλεσμα που έφερε στη σκηνή. Να φεύγεις από μια συνέντευξη και να σου έχει μείνει η επιθυμία να τον δεις να παίζει.
Αυτή την περίοδο, άλλωστε, πρωταγωνιστεί στο «Ένας υπηρέτης, δύο αφεντικά», στο θέατρο Ιλίσια, σε σκηνοθεσία Θάνου Τοκάκη. Όπως ανέφερε στην εκπομπή, είχε ανάγκη έπειτα από καιρό μια τόσο αστεία δουλειά. Αυτή η παραδοχή έχει τη δική της ζεστασιά: ένας άνθρωπος που μιλά για τη δουλειά του και θυμάται πόσο χρειάζεται να την ευχαριστιέται. Κι εμείς, που έχουμε επίσης ανάγκη να γελάσουμε, καταλαβαίνουμε πολύ καλά τη συνεννόηση.
Οπότε ναι, τον έχουμε έρωτα και μπορούμε πλέον να το στηρίξουμε και με επιχειρήματα. Το ταλέντο μετράει, το χιούμορ μετράει πολύ, ο αυτοσαρκασμός μάς τελειώνει. Κι όταν συνδυάζονται στον ίδιο άνθρωπο, μια τηλεοπτική εμφάνιση αρκεί για να ξαναρχίσουν τα μηνύματα στην ομαδική. Κάποια θα στείλει το απόσπασμα, κάποια θα γράψει «ρε παιδιά, πόσο τον αγαπώ» και κάποια θα αρχίσει να ψάχνει παρέα για το θέατρο. Εμείς είμαστε αυτή που ψάχνει παρέα.