«Να παρακαλάς να είναι το παιδί σου τραυματισμένο και όχι νεκρό.» Kι αυτή είναι μια φράση που δεν μπορεί να συλλάβει ανθρώπινος νους. Κι αυτή είναι μια φράση που ποτέ καμία μητέρα, κανένας γονέας δε θα έπρεπε να πει, να νιώσει, να βιώσει.

«Πού είναι δηλαδή η προσπάθεια του ότι θα αποκαλύψουμε την αλήθεια; Ποια αλήθεια; Τι να αποκαλύψουν; Εγώ όταν έμαθα πώς λειτουργούσε ο σιδηρόδρομος, ούτε λαχανικά δε θα φόρτωνα πάνω του. Τι κατάντια, τι ντροπή.»

Σε μια συνεδρίαση που επικρατούσε βαριά φορτισμένο κλίμα, η Μαρία Καρυστιανού, πρόεδρος του Συλλόγου Θυμάτων της σιδηροδρομικής τραγωδίας στα Τέμπη, κατέθεσε χθες, για το έγκλημα που άφησε πίσω 57 νεκρούς και 180 τραυματίες. Ξεκίνησε την κατάθεσή της όρθια, λέγοντας πως δε βρίσκεται εκεί μόνη της, καθώς δίπλα της στέκονται εκείνοι οι άνθρωποι που επέβαιναν στα δύο τρένα.

 



 

«Πώς θα σας φαινόταν, είπε απευθυνόμενη στους βουλευτές, αν ένας γιατρός κατηγορούνταν για ιατρικό λάθος ή για αμέλεια με συνέπεια τον θάνατο του ασθενούς κι αντί να καταθέσει στη Δικαιοσύνη οδηγούνταν ενώπιον του Ιατρικού Συλλόγου;» 

Σαφές και απολύτως ορθό, ενώ παράλληλα είναι κάτι που αναρωτιόμαστε όλοι, πώς στο καλό γίνεται να μένει ακόμα η υπόθεση αυτή εκτός δικαστικών αιθουσών. Η κα Καρυστισανού κατηγόρησε επίσης τους βουλευτές για ασυλία και προστασία του τότε υπουργού Μεταφορών, Κώστα Καραμανλή, καθώς και για κρατικό έγκλημα, υποστηρίζοντας ότι πρόσωπα έπρεπε να κριθούν φυλακιστέα από την πρώτη στιγμή:

«Ξέρατε, αλλά ρισκάρατε με τα δικά μας παιδιά. Και χρόνια ολόκληρα επιτρέπατε να ταξιδεύει τόσος κόσμος παίρνοντας το ρίσκο και αφήνοντας τους επιβάτες στον κίνδυνο.»

 



 

Με βουρκωμένα μάτια κι εμφανή συναισθηματική φόρτιση, μίλησε και για την Πρόεδρο της ΡΑΣ, Ιωάννα Τσιαπαρίκου και την απόφασή της να επαναλειτουργήσει ο σιδηρόδρομος παρά τις τόσες κακοτεχνίες:

«Μόλις έναν μήνα μετά το συμβάν και ενώ η κοινωνία δεν έχει ακόμη συνέλθει δίνει το πράσινο φως για την επαναλειτουργία του. Τα παιδιά της όμως, όπως καταλάβαμε, δε θα τα έβαζε μέσα στο τρένο. Και εμείς το ίδιο κ. Τσιαπαρίκου. Δε θα τα βάζαμε τα παιδιά μας στο τρένο, αν ξέραμε το χάλι που επικρατούσε. Αλλά δεν ξέραμε.»

 



 

«Εσείς όμως γνωρίζατε, όπως γνώριζε πολύ καλά και όλη η πολιτική ηγεσία και ο ΟΣΕ και η ΕΡΓΟΣΕ και η Hellenic. Ξέρατε αλλά ρισκάρατε με τα δικά μας παιδιά κα. Τσιαπαρίκου. Και χρόνια ολόκληρα επιτρέπατε να ταξιδεύει τόσος κόσμος παίρνοντας εσείς το ρίσκο και αφήνοντας τους επιβάτες στον κίνδυνο. Ξέρατε αλλά ρισκάρατε ελαφρά τη καρδία, με δόλο, με τις ζωές των επιβατών.»

Η κα Καρυστιανού περιέγραψε και τις φριχτές στιγμές μετά το δυστύχημα, αναφέροντας το έκπληκτο χάος και την αναμονή για ταυτοποίηση. Με τα δάκρυα στα μάτια, ανέφερε πόσο δύσκολο ήταν να περιμένει να ακούσει το όνομα της κόρης της στη λίστα των τραυματιών και πώς τελικά έπρεπε να αντιμετωπίσει την απουσία του από αυτή τη λίστα, ως τη βεβαιότητα για τον θάνατό της:

«Να πάμε στο σημείο μηδέν. Να δούμε τα βαγόνια τα οποία ακόμη κάπνιζαν. Να τρέχουμε στα νοσοκομεία και να περιμένουμε να ακούσουμε το όνομα στη λίστα των τραυματιών. Ξέρετε τι είναι να παρακαλάς να έχεις το παιδί σου τραυματισμένο από το να το έχεις νεκρό; Κανένας σας να μην το ζήσει ποτέ αυτό. Να περιμένουμε για την ταυτοποίηση μετά. Και μετά το χάος. Η ταυτοποίηση σε μένα έκανε περίπου δύο μέρες. Δεν περνούσαν τα δευτερόλεπτα. Πώς μπορεί να μην περνούν τα δευτερόλεπτα; Και όμως…»

 



 

Δεν είναι η ομιλία της κας Καρυστιανού που μας κάνει να αναρωτιόμαστε γιατί, πραγματικά γιατί οι υπεύθυνοι δε βρίσκονται ήδη στη φυλακή, αφού πρόκειται για ξεκάθαρο κρατικό έγκλημα και προσπάθεια συγκάλυψης. Και θα έπρεπε, αν εμείς ως θεατές βλέποντας αυτή τη γυναίκα να μιλάει παγώνουμε από την ντροπή και τη θλίψη, όσοι βρίσκονται εκεί μέσα να πάνε από μόνοι τους και να παραδοθούν. Ή τουλάχιστον, τουλάχιστον, να μην έχουν το θράσος να την κοιτούν στα μάτια, γνωρίζοντας τι κακό της προξένησαν με πλήρη γνώση των πράξεών τους.

«Θεωρώ ότι γινόταν μία παράνομη μεταφορά. Και γι’ αυτό έγινε αλλοίωση του τόπου του συμβάντος», ανέφερε για την επιτόπια έρευνα και τα μπαζώματα που έγιναν κακήν κακώς, όσο ακόμα ψάχναμε τα καμένα πτώματα των ανθρώπων μέσα στα συντρίμμια.

Και τέλος, αναρωτήθηκε, απευθυνόμενη προς τον κο Καραμανλή: «Είναι αλλιώτικοι οι νόμοι για τους πολίτες; Είναι αλλιώτικοι για τους υπουργούς; Τι γίνεται τελικά σε αυτό το κράτος;»