Να τα λέμε όπως είναι.

Ο χωρισμός είναι πάντα δύσκολη φάση, μια πληγή στο χρόνο, ένα σημάδι στη στιγμή. Πώς να φύγεις μακριά απ’ τον άνθρωπο, με τον οποίο δέθηκες κι αγάπησες; Πού να πας και από πού να πρωτοξεκινήσεις;

Δεν είναι εύκολη υπόθεση. Είναι μια επίπονη διαδικασία που για να βγεις ζωντανός κι όρθιος απ’ τα στάδιά της θέλει πυγμή και κότσια. Θέλει μαγκιά να μπορέσεις να βρεθείς στην έξοδο του χωρισμού. Θέλει μαγκιά να φανείς αντάξιος του εαυτού σου και να περπατήσεις όσο πιο αξιοπρεπώς γίνεται τα σκαλοπάτια του. Κάτι σκαλοπάτια που μοιάζουν με βουνά κι άντε μετά να τα ανέβεις.

Ακριβώς επειδή μοιάζουν με βουνά, τις περισσότερες φορές από το πολύ ζόρι, σαν άνθρωποι κι εμείς, ξεσπάμε για να μπορέσουμε να αντέξουμε το «πολύ» της κατάστασης. Και κάπου εκεί έρχονται και τα δάκρυα. Σχηματίζουν ποτάμια ολόκληρα και τρέχουν σαν καταρράκτες με νερό ορμητικό. Βγάζουν από μέσα τους τον πόνο για το χαμένο κομμάτι μας. Τον υποτιθέμενο άνθρωπό μας που τώρα έφυγε από τη ζωή μας. Εκείνη τη στιγμή είναι οι μόνοι μας φίλοι. Άλλωστε το «χωρίζουμε» και το κλάμα είναι έννοιες σχεδόν ταυτόσημες.

Μια κατάσταση, ένα πρόσωπο κι οτιδήποτε υπάρχει σ’ αυτόν τον πλανήτη, όμως, έχει πάντα δύο πλευρές. Έτσι λοιπόν κι ένας χωρισμός έχει κι άλλες αντιδράσεις. Δεν τρέχουν βροχή τα δάκρυα σε όλους όταν χωρίζουν, ούτε όλοι μπροστά στο χωρισμό νιώθουν πως η ζωή τους τελείωσε. Υπάρχουν άνθρωποι που δε φοβούνται να χωρίσουν, ούτε τους τρομάζει η ιδέα να μείνουν μόνοι. Δεν κλαίνε και δε μιζεριάζουν. Πονάνε, απλά βρίσκουν αλλού τη δική τους διέξοδο και το δικό τους κώδικα ασφαλείας. Τον κώδικα αυτόν που θα τους βοηθήσει να ξεπεράσουν ή καλύτερα να προσπεράσουν το βάρος που κουβαλάει ένας χωρισμός.

Με άλλα λόγια, υπάρχουν κι άνθρωποι που όχι μόνο δεν κλαίνε τη στιγμή που βάζουν τέλος σε μια σχέση, αλλά θυμώνουν. Θυμώνουν είτε γιατί σπατάλησαν αδίκως το χρόνο τους με ένα άτομο, το οποίο δεν άξιζε ούτε πέντε λεπτά, είτε γιατί τους ενοχλεί ο ίδιος τους ο εαυτός. Νευριάζουν, έφταιξαν, επέλεξαν το λάθος άνθρωπο για να μοιραστούν πολύτιμες στιγμές. Θυμώνουν για τη σχέση τους, η οποία στέφθηκε με απόλυτη αποτυχία.

Μετά έρχεται η άρνηση. Οι άνθρωποι αυτοί, είναι ακριβώς το αντίθετο. Αυτούς, όχι μόνο δεν τους γυρνάει το μυαλό από τον άδικα χαμένο χρόνο τους, αλλά επιθυμούν να σπαταλήσουν κι άλλο. Δυσκολεύονται να αποδεχτούν την απόρριψη, να φανταστούν τη ζωή τους χωρίς εκείνον ή εκείνη που θέλουν. Αρνούνται να αποδεχτούν αυτό που τους συμβαίνει και να δουν την πραγματικότητα. Ούτε κλαίνε, ούτε θυμώνουν. Απλά αρνούνται.

Άλλοι, πάλι, ανακουφίζονται. Τρελό ή όχι, είναι αληθινό. Μερίδες ανθρώπων που χωρίζουν κι αντί να κλαίνε και να οδύρονται παίρνουν μια βαθιά ανάσα κι εκπνέουν καθαρά πιο ξελαφρωμένοι. Γιατί το βάρος έφυγε από πάνω τους, γιατί τα ψέματα στη σχέση τους έλαβαν τέλος κι οι πιθανές ζήλιες και τα καμώματα ξεριζώθηκαν μια και καλή. Αποχαιρετίστηκαν, φιλήθηκαν κι άντε γεια, -μακριά κι αγαπημένοι, που λένε.

Είναι η πλευρά εκείνων που μετά το χωρισμό κοιμούνται, πλέον, πιο εύκολα, πιο άνετα στο διπλό κρεβάτι, κι ας είναι μόνοι. Στην πραγματικότητα, τέτοια άτομα είναι και τα πιο ευσυνείδητα. Αντιλαμβάνονται πως δεν τραβάει άλλο η σχέση τους, παίρνουν το καπελάκι τους και φεύγουν.

Και μετά απ’ αυτούς, ακολουθούν κι εκείνοι που γελάνε με έναν χωρισμό. Μοιάζει αντιφατικό, αλλά δεν είναι αδύνατο. Είναι αυτοί που δεν τα βάφουν μαύρα, κάθε άλλο. Τα βάφουν άσπρα, ροζ και πολύχρωμα. Γι’ αυτούς η ζωή είναι πολύ μικρή για στεναχώριες. Κι αν κάποιος τους φέρθηκε στραβά, αυτοί συνεχίζουν στο επόμενο λιμάνι με την ελπίδα να δέσουν σ’ αυτό.

Έτσι, λοιπόν, το συμπέρασμα είναι ένα. Ο χωρισμός δε συνδυάζεται μόνο με δράμα. Είναι μια κατάσταση πολυκύμαντη. Κάποιοι περνάνε από χίλια κύματα, κάποιοι μένουν στάσιμοι. Άλλωστε παραμένει πάντα προσωπική υπόθεση, ο τρόπος που θα επιλέξεις να θρηνήσεις ένα τέλος. Ας δοκιμάσουμε, λοιπόν, εμείς που ίσως κλαίμε λίγο περισσότερο, μήπως υπάρχει κι αλλού διέξοδος. Μπορεί να μας βγει σε καλό.

 

Συντάκτης: Χρύσα Μπόικου
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου