Ξεκινάς το ταξίδι του αθλητισμού. Είσαι μικρός και δεν έχεις οδηγίες χρήσης. Ακόμη κι αν είχες δηλαδή, δε θα μπορούσες να τις ακολουθήσεις. Αρχίζεις να αγαπάς αυτό που κάνεις. Ξεκινάει σαν παιχνίδι όλο αυτό. Διασκεδάζεις. Κάνεις φίλους. Με τα χρόνια μεγαλώνεις. Μαθαίνεις, πειθαρχείς, αφομοιώνεις, αξιολογείς, διαχειρίζεσαι, εξελίσσεσαι, η απόδοσή σου βελτιώνεται.
Κάπου στην πορεία, όμως, το παιχνίδι παύει να είναι μόνο παιχνίδι. Οι απαιτήσεις μεγαλώνουν μαζί σου. Οι προπονήσεις γίνονται περισσότερες, οι στόχοι υψηλότεροι, οι αγώνες σημαντικότεροι. Μαθαίνεις να αντέχεις την πίεση, να διαχειρίζεσαι την απογοήτευση, να συνεχίζεις όταν κουράζεσαι. Μαθαίνεις, κυρίως, να μην τα παρατάς.
Μαθαίνεις από μικρός ότι η κούραση, ο πόνος, η πίεση και η αποτυχία είναι μέρος του παιχνιδιού. Κάπου εκεί το «χρειάζομαι βοήθεια» μπορεί να μοιάζει με παραδοχή αδυναμίας.
Και χωρίς να το καταλάβεις, ίσως μαθαίνεις και κάτι ακόμη: να μη δείχνεις ότι δυσκολεύεσαι. Να σφίγγεις τα δόντια. Να λες «είμαι καλά» ακόμη κι όταν δεν είσαι. Γιατί στον αθλητισμό η αντοχή γίνεται αρετή και η αδυναμία κάτι που συχνά φοβάσαι να δείξεις.
Γιατί όμως να φοβάσαι να δείξεις την αδυναμία σου;
Θα υπάρξουν μέρες που δεν θα είναι εύκολες για σένα. Μέρες που θα τα μαζεύεις όλα μέσα σου. Κι αντί να παραδεχτείς ότι δεν είσαι καλά, θα αρχίζεις να παντρεύεις την αξία σου με την απόδοσή σου. «Αν δεν είμαι καλά, δεν είμαι αρκετά καλός. Αν δεν αποδίδω, αποτυγχάνω». Κι αυτό συμβαίνει γιατί έχεις μάθει να σε αξιολογούν μέσα από αποτελέσματα, συμμετοχές, νίκες και στατιστικά. Είναι δύσκολο να παραδεχτείς ότι κάτι μέσα σου δεν είναι καλά, γιατί φοβάσαι μήπως θεωρηθεί ότι «δεν κάνεις».
Επιλέγεις να μη μιλήσεις. Γιατί θα εκτεθείς. Θα εκτεθείς στην ομάδα και στους προπονητές σου. Σκέφτεσαι ότι αν μιλήσεις, θα αλλάξει ο τρόπος που σε βλέπουν ή ότι θα θεωρηθείς λιγότερο ανταγωνιστικός, λιγότερο δυνατός ή λιγότερο χρήσιμος.
Το παράδοξο όμως είναι ότι για το σώμα θα ζητήσεις πιο εύκολα βοήθεια απ’ ότι για το μυαλό. Θα απευθυνθείς στον φυσικοθεραπευτή ή γιατρό. Αν όμως καταρρεύσεις ψυχολογικά, συχνά προσπαθείς πρώτα να το κρύψεις. Λέμε συχνά ότι ένας αθλητής αποδίδει καλύτερα όταν έχει καλή ψυχολογία. Το λέμε πριν από έναν αγώνα, μετά από μια κακή εμφάνιση, όταν προσπαθούμε να εξηγήσουμε μια περίοδο ντεφορμαρίσματος. Κι όμως, πόσο χώρο δίνουμε πραγματικά σε έναν αθλητή για να παραδεχτεί ότι η ψυχολογία του δεν είναι καλά;
Θυμάμαι τη δική μου περίπτωση. Αρνιόμουν να παραδεχτώ ότι κάτι μου συμβαίνει. Αρνιόμουν να δείξω ότι είμαι “αδύναμη” σε ανθρώπους γύρω μου. Δεν άντεχα στην ιδέα ότι θα άλλαζε η γνώμη των άλλων για μένα. Ακόμη κι όταν πονούσα σωματικά, έσφιγγα τα δόντια και συνέχιζα. Όχι γιατί κάποιος μου έλεγε να το κάνω. Οι γονείς μου δεν μου έβαλαν ποτέ αυτή την πίεση. Ήταν κάτι που, κάπου στην πορεία, δημιούργησα μόνη μου. Από τα επτά μου, όταν ξεκίνησα αυτό το ταξίδι, ένιωθα όλο και περισσότερο την ανάγκη να αποδεικνύω ότι αξίζω να βρίσκομαι εκεί. Και κάποια στιγμή, χωρίς να το καταλάβω, σταμάτησα να απολαμβάνω το άθλημα όπως παλιά. Δεν έπαιζα μόνο για τη χαρά του παιχνιδιού. Έπαιζα για να αποδείξω κάτι. Σε ποιον; Ίσως τελικά στον ίδιο μου τον εαυτό.
Σε ένα παιχνίδι λοιπόν υπάρχει η νίκη και η ήττα. Υπάρχει όμως ένα παιχνίδι που δεν κρίνεται στο σκορ. Στο παιχνίδι του «δεν είμαι καλά», νίκη δεν είναι να αντέξεις λίγο ακόμη. Είναι να το παραδεχτείς. Να μιλήσεις. Να πεις «χρειάζομαι βοήθεια» χωρίς να φοβάσαι ότι αυτό σε κάνει λιγότερο δυνατό.
Γιατί το να ζητήσεις βοήθεια δεν σημαίνει απαραίτητα ότι σταμάτησες να παλεύεις. Σημαίνει ότι αποφάσισες να μην παλεύεις μόνος σου.
