Article of the day: Η Άννα Μετόχη μιλάει για όλα εκείνα που από αγάπη δε λέμε. Δες εδώ.

r900

Όταν τα βλέμματα αυτών των ανθρώπων συναντήθηκαν, ήξεραν αυτοστιγμεί και οι δύο πως δεν επρόκειτο για έναν ακόμη περαστικό από το απέναντι πεζοδρόμιο. Ήξεραν πως ο άνθρωπος που κοίταζαν ήταν και κάποιος που ήθελαν να ξαναδούν, να γνωρίσουν. Μικρά, κάπως στραβά κι αφελή, χαμόγελα ήρθαν να προδώσουν την αμοιβαιότητα και ας παρέμεναν και οι δύο σιωπηλοί. Σαν μια προσυμφωνημένη διαδικασία που χρειαζόταν για να γνωρίσει ο ένας την αύρα του άλλου. Ο πιο τολμηρός από τους δύο συστήθηκε κι έτσι αντάλλαξαν λίγες κουβέντες. Οι δρόμοι τους χωρίστηκαν με την προϋπόθεση να ξανασυναντηθούν σύντομα.

Αυτή θα μπορούσε να είναι η αρχή μιας βαριάς και κλασικής ρομαντικής ταινίας, ή η έκβαση μιας τυχαίας συνάντησης. Δύσκολα πια συναντάμε το φλερτ και την ουσιώδη επικοινωνία ανάμεσα σε αγνώστους, ή ακόμα και σε άτομα που γνωρίζονται χρόνια. Όσο μας αρέσει ένα άτομο, τόσο πιο απόμακροι και κλειστοί γινόμαστε απέναντί του. Διστάζουμε να εκφραστούμε και είμαστε πιο σκεπτικοί όσον αφορά την εκδήλωση ενδιαφέροντος. Όσο δύσκολα θα κάνουμε το πρώτο βήμα για να μιλήσουμε σε κάποιον, τόσο δύσκολα θα προτείνουμε και μια ενδεχόμενη συνάντηση. Σαν να βρισκόμαστε σε απέναντι δρόμους, τα φανάρια είναι εκτός λειτουργείας και κανείς δεν κάνει βήμα. Γιατί όμως συμβαίνει αυτό;

 

 

Στο φλερτ χρειάζεται θάρρος, (καμιά φορά και λίγο θράσος). Είναι λογικό να βρισκόμαστε σε αμηχανία, να μας κατακλύζει το άγχος και αυτά να αφοπλίζουν την επικοινωνιακή μας ικανότητα, όπως όταν ανάβει το φανάρι πορτοκαλί και πρέπει να αποφασίσουμε αν θα συνεχίσουμε ή αν θα σταματήσουμε. Κι όταν καταφέρουμε να ανοίξουμε το στόμα και σαρδάμ θα κάνουμε και τα λόγια μας θα χάσουμε, άλλα θα θέλουμε να πούμε και άλλα θα λέμε, άλλα θα μας λένε κι άλλα θα καταλαβαίνουμε. Εντάξει, σιγά, πώς κάνεις έτσι; Δεν έγινε και κάτι.

Σε πολλές περιπτώσεις ενώ μας αρέσει κάποιο άτομο δε δίνουμε το πράσινο φως αλλά αντιθέτως γινόμαστε πιο ψυχροί. Κάτι σαν να θέλουμε να μπούμε σε ένα δωμάτιο, να πιάνουμε το πόμολο κι αντί να ανοίγουμε την πόρτα να της βάζουμε κόντρα για να μείνει κλειστή. Παράδοξο. Ως αποτέλεσμα αντί να ερχόμαστε πιο κοντά με το πρόσωπο που μας ενδιαφέρει, απομακρυνόμαστε και δίνουμε την εντύπωση ότι δεν το συμπαθούμε. Και είναι πολλοί οι παράγοντες που μπορεί να υποκινούν τη συγκεκριμένη συμπεριφορά.

Πολλοί άνθρωποι φοβούνται την απόρριψη και είναι απόλυτα λογικό. Ποιος από εμάς δε θα ήθελε να είναι ποθητός στα μάτια του ατόμου που και ο ίδιος επιθυμεί; Οι ενθουσιασμένοι απογοητεύονται κι οι ανασφαλείς βουτάνε στα βαθιά απότομα όταν το love story δεν εξελιχθεί όπως το είχαν φανταστεί. Δεν είναι και το πιο ευχάριστο να είναι μονόπλευρο το ενδιαφέρον, όμως ας θυμόμαστε πως δε χρειάζεται να αρέσουμε σε όλους, ούτε μπορεί κανείς να μας εγγυηθεί πως όταν κάποιος μας αρέσει θα είναι και αμοιβαίο. Μια απόρριψη δεν καθορίζει τον άνθρωπο.

Η απόμακρη συμπεριφορά ως μηχανισμός άμυνας. Όταν είμαστε ψυχροί είμαστε και πιο αποστασιοποιημένοι. Η ανάγκη για αυτοπροστασία είναι συχνά εκείνη που μας οδηγεί σε μια κρύα συμπεριφορά, εκείνη που μας προστάζει να μην εκφράζουμε στους άλλους αυτά που αισθανόμαστε κι εμείς για κάποιον λόγο την υπακούμε. Έτσι δε δημιουργούμε ουσιαστικές σχέσεις και δε δίνουμε και στο άτομο που έχουμε απέναντί μας την ευκαιρία να μας γνωρίσει καλύτερα. Αδιαφορούμε για την ουσία της γνωριμίας και ανησυχούμε απλώς για το αποτέλεσμα. Κινούμαστε στα ρηχά νερά της ασφάλειας χάνοντας όλη τη μαγεία του βυθού.

Το κλειδί για να αλλάξουμε αυτήν τη συμπεριφορά είναι να βοηθήσουμε να ανθίσει μέσα μας ο αυτοσεβασμός. Όταν πατάει κάποιος σταθερά στα πόδια του και νιώθει καλά πρώτα απ’ όλα με τον εαυτό του, μπορεί να ανταλλάσσει πληροφορίες και εμπειρίες με τους γύρω του χωρίς ενδοιασμούς. Από κάθε άνθρωπο, κάθε σχέση, κάθε συναναστροφή μπορούμε να λάβουμε κάτι καλό ή ένα μάθημα, αρκεί να είμαστε δεκτικοί στην επικοινωνία.

Όσο εύκολο είναι να συναντηθούν οι δρόμοι δύο ανθρώπων ακόμα ευκολότερο είναι να χαθούν και να μη διασταυρωθούν ποτέ. Αν λοιπόν δεν είναι αυτό που επιδιώκουμε ας ψάξουμε λίγο τις βαθύτερες αιτίες που μας οδηγούν εκεί.

Συντάκτης: Κυριακή Σεργάκη
Επιμέλεια κειμένου: Μαρία Ρουσσάκη