Ο τρόπος που επικοινωνούμε με τους άλλους δεν εξαρτάται απλώς από την επιθυμία μας να μιλήσουμε. Παράγοντες όπως το ποιοι είμαστε, πώς είμαστε εκείνη τη στιγμή, τι ακριβώς είναι αυτό που θέλουμε να πούμε και τι εικόνα θα δημιουργήσει για εμάς, ποιοι νομίζουμε πως είμαστε και τι σκοπό έχουμε επηρεάζουν σημαντικά αυτό που πρόκειται να ξετρυπώσει από τα χείλη μας. Για αυτό και τις περισσότερες φορές είτε θα βγαίνει πολύ λάθος, είτε δε θα βγαίνει καν.
Η εικόνα που δείχνουμε προς τα έξω και αυτή που θέλουμε να προωθούμε, χρωματίζει κατά πολύ τα λόγια και τις πράξεις μας. Δε θέλουμε να δείχνουμε ευάλωτοι, αδύναμοι ή κυρίως πως έχουμε κάνει κάποιο λάθος. Και αυτό μας οδηγεί σε μια επικοινωνία ποιοτικά υπό του μηδενός, αφού δε βασίζεται σε κριτήρια όπως η ειλικρίνεια και η επιθυμία διόρθωσης του προβλήματος που έχει προκύψει.
Το παρελθόν μας, οι εμπειρίες που βιώσαμε, οι άνθρωποι που περπάτησαν στη ζωή μας, έχουν βάλει επίσης το δικό τους θεμέλιο στον τρόπο που ασπαζόμαστε τη σημασία του να επικοινωνούμε με τους δικούς μας. Κάποιοι από εμάς δεν ακούστηκαν όπως θα έπρεπε, ειδικά σε κρίσιμες για εμάς στιγμές. Άλλοι νιώσαμε να εκμεταλλεύονται την οποιαδήποτε ένδειξη πως χρειαζόμασταν κάποια βοήθεια. Μερικοί επικοινωνήσαμε και απλά δεν εισακουστήκαμε ποτέ. Ίσως να χρησιμοποιήθηκε κι εναντίον μας ό,τι αφήσαμε να ειπωθεί.
Η αντίληψη των πραγμάτων από τους άλλους και η τόσο έντονη ανάγκη να εξηγούμε και το «και» για να είναι εύπεπτο και γλυκό στη χώνεψη του συνομιλητή μας μας έχει φέρει επίσης σε ένα δύσβατο μονοπάτι. Πρέπει όλα όσα λέμε να συνοδεύονται από αποδείξεις και παραστατικά για να γίνουν πιστευτά και μη διαπραγματεύσιμα.
Πλέον, η επικοινωνία έχει γίνει άθλος και διέπεται από έναν εγωκεντρισμό που αποτελεί τρόπο αυτοπροστασίας απέναντι στον κόσμο. Σκεφτόμαστε από πριν όλα τα πιθανά σενάρια όσων πρόκειται να ακούσουμε και προετοιμάζουμε αντιστοίχως το αφήγημά μας. Σκεφτόμαστε πως μπορούμε να σερβίρουμε αυτό που έχουμε να πούμε όσο γίνεται πιο ομαλά για να πιάσει ο απέναντι το νόημα και να μη το θεωρήσει επίθεση στο εγώ του.
Από την άλλη, παραδεχόμαστε μόνο τα λάθη που δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία για το δικό μας «φαίνεσθαι» και απορρίπτουμε από πριν όποιο σενάριο μας βγάζει προς τα έξω ως τον φταίχτη ή εκείνον που απλά έκανε ένα λάθος.
Η επικοινωνία που τόσο λέμε πως θέλουμε να είναι ανοιχτή και να υπάρχει στις σχέσεις μας, έχει καταλήξει απλά ως άλλος ένας αγώνας επίδειξης ισχύος. Αντί να τη χρησιμοποιούμε ως όπλο που μας φέρνει κοντά και λύνει παρεξηγήσεις και προβλήματα, την αναγάγαμε σε άλλο ένα όπλο αποδυνάμωσης των γύρω σχέσεων και δεσμών. Χαρακτηρίζεται από την ανάγκη μας να δείξουμε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο και όχι από την επιθυμία μας να έρθουμε κοντά.
Οι περισσότεροι από αυτούς που θέλουν να λύνουν τα θέματά τους με διάλογο, βρίσκουν απέναντί τους ανθρώπους που το «εγώ» τους είναι πιο σημαντικό από αυτό που δημιούργησαν. Άνθρωποι που δε θέλουν να αναλάβουν την ευθύνη που τους αναλογεί και χτίζουν τοίχους απροσπέλαστους για να φτάσει κανείς στο μυαλό και στην καρδιά τους. Άνθρωποι που φοβούνται πως αν πούνε πως «ναι έκανα λάθος, πες μου πώς μπορώ να το αλλάξω» θα δείξουν τόση αδυναμία που θα τους μικρύνει. Μα δεν είναι έτσι.
Προτιμούν να κρύβονται πίσω από έναν καθρέφτη αντί να βγούνε μπροστά και να δώσουν λύσεις. Φορούν προσωπεία, γιατί έχουν ήδη καταδικάσει μέσα τους την αξία του να επικοινωνείς ανοιχτά και να αντιμετωπίζεις τη συμπεριφορά που πλήγωσε. Θέλουν να ακούσουν μέχρι εκεί που αυτός που φταίει είναι κάποιος άλλος πέρα από τους ίδιους. Κι έτσι δε φτάνουμε ποτέ στην ουσία του προβλήματος.
Γιατί φοβόμαστε τόσο την επικοινωνία; Φοβόμαστε να δείξουμε ευάλωτοι. Να δείξουμε τον εαυτό μας και τον γυαλισμένο μα και αυτόν με τις ουλές. Αυτόν που μας κάνει μοναδικούς. Τι αξία έχει να προστατεύουμε τόσο μία μάσκα; Ένα πρόσωπο ενικό; Και καταλήγουμε στο τέλος μόνοι να αναρωτιόμαστε γιατί δε μας ακούει κανείς. Ξεχάσαμε να λέμε όσα πραγματικά νιώθουμε από φόβο μη χάσουμε. Όταν μένεις μόνος, όμως, παίζεις ήδη παιχνίδι χαμένο. Να λέτε τις αλήθειες σας και να μένετε να φτιάχνετε τα λάθη. Ουσιαστικά, ειλικρινά με προσπάθεια.
