Με την εκκωφαντική έκφραση «Έκανα ό,τι μου είχαν πει ότι δε γίνεται» ξετυλίγεται το κουβάρι της ιστορίας για τον Γιάννη Οικονομίδη.

Γεννημένος στην Κύπρο, μετακομίζει το 1987 στην Αθήνα για σπουδές Νομικής, τις οποίες και εγκαταλείπει σχεδόν αμέσως για να σπουδάσει κινηματογράφο. Μνήμες από τη ζωή του στην Κύπρο και την εισβολή, η άγρια εφηβεία αναζήτησης για το μεγάλο του όνειρο (ο ίδιος είχε δηλώσει σε συνέντευξή του: «είχα το φευγιό μέσα μου»), καθώς και η ανάγκη του ν’ αφήσει το σημάδι του σαν δημιουργός, απροσδιόριστα τον φέρνουν το 2002 στο σινεμά με μια ταινία που αντίστοιχή της δεν είχε προβληθεί μέχρι εκείνη τη στιγμή στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες.

Οι ταινίες του εμβαθύνουν και παρουσιάζουν με σκληρό ρεαλισμό τη βία κάθε μορφής, τον θεσμό της οικογένειας με τις παθογένειές της σε ένα πλαίσιο μικροαστικό, καθώς και τους χαρακτήρες που συγκρούονται με τρομερή ένταση. O Οικονομίδης χρησιμοποιεί λεξιλόγιο συχνά σοκαριστικό και είναι ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους δημιουργούς. Εναλλακτικός, καταφέρνει να δημιουργεί συναισθήματα αρχαίας τραγωδίας, ενώ δείχνει να έλκεται από το «περιθώριο» και τους ανθρώπους του.

Το εμβληματικό «Σπιρτόκουτο», ταινία η οποία δίχασε, γυρισμένη στα δωμάτια ενός σπιτιού, με ασφυκτική ζέστη και ατάκες που σοκάρουν, περιγράφει αριστουργηματικά και παράλληλα ρεαλιστικά τη μικροαστική καθημερινότητα. Μετά το πρώτο σοκ του κοινού, ο δημιουργός κερδίζει φανατικούς υποστηρικτές. Κι αν το στομάχι μας δέθηκε κόμπος μετά την προβολή του «Σπιρτόκουτου», ούτε που μπορούσαμε να φανταστούμε τι θα ακολουθούσε.

Η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, «Η ψυχή στο στόμα», έκανε πρεμιέρα στην Εβδομάδα Κριτικής του Διεθνούς Φεστιβάλ των Καννών το 2006. Η μετάβαση στο λούμπεν προλεταριάτο ανοίγει στον θεατή την πόρτα σ’ έναν κόσμο που δεν ξέραμε ότι υπήρχε ή ξέραμε και τον βλέπαμε από την ασφάλεια που προσφέρει η απόσταση. Πρωταγωνιστής και σε αυτή την ταινία, ο Ερρίκος Λίτσης, που αυτή τη φορά καθηλώνει με την εκκωφαντική σιωπή του. Παράλληλα, μπαίνει στο καστ ο Βαγγέλης Μουρίκης -κομβική συνεργασία για την απογείωση των ταινιών του Γιάννη Οικονομίδη.

Η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του Οικονομίδη, ο «Μαχαιροβγάλτης», γυρισμένη σε ασπρόμαυρη εικόνα, κάνει πρεμιέρα στο Busan International Film Festival το 2010 και στη συνέχεια βραβεύεται από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου (ΕΑΚ). Συνειδητοποιούμε ότι ο «Μαχαιροβγάλτης» είναι η γέφυρα του δημιουργού από την underground κουλτούρα των μικρών παραγωγών στις μεγάλες παραγωγές που θα παρουσιάσει τα επόμενα χρόνια.

Το νουάρ έπος του, «Το μικρό ψάρι», ταινία σταθμός για τα ελληνικά κινηματογραφικά δεδομένα, κάνει παγκόσμια πρεμιέρα στο Διεθνές Διαγωνιστικό Τμήμα του 64ου Φεστιβάλ Βερολίνου το 2014. Ο Οικονομίδης, έμπειρος πλέον και οικονομικά «άνετος», μπορεί να τα αποδίδει τα πράγματα με τον τρόπο που θέλει. Με αυτή την ταινία μπαίνουμε στο περιθώριο μαζί με τον ομολογουμένως εξαιρετικό πρωταγωνιστή, Βαγγέλη Μουρίκη, ο οποίος παίζει κυρίως με τις εκφράσεις και το βλέμμα του και μας κάνει όχι μόνο να ταυτιστούμε με τον μοναχικό εκτελεστή που υποδύεται, αλλά να συμπάσχουμε κιόλας.

Η αποδοχή του κοινού έχει αρχίσει και μεγαλώνει και φτάνουμε στο 2016, χρονιά κατά την οποία ο Γιάννης Οικονομίδης γράφει και σκηνοθετεί για τη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου το πρώτο του θεατρικό έργο, «Στέλλα κοιμήσου», που σημειώνει τεράστια καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία. Η ταινία του «Η μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς» κάνει πρεμιέρα μέσα στην πανδημία, το 2020, και καταφέρνει να σημειώσει μεγάλη επιτυχία στο ελληνικό box office. Η ταινία συγκεντρώνει 15 υποψηφιότητες από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου, ανάμεσά τους και για τα βραβεία Καλύτερης Σκηνοθεσίας και Καλύτερης Ταινίας.

Έχει σημασία να τονίσουμε ότι όλες οι μεγάλου μήκους ταινίες του Γ. Οικονομίδη απέσπασαν τη διάκριση της Καλύτερης Ελληνικής Ταινίας της Χρονιάς από την Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου (ΠΕΚΚ) την αντίστοιχη εποχή κυκλοφορίας τους στις αίθουσες, ενώ οι ταινίες του έχουν προβληθεί σε πολλά κινηματογραφικά φεστιβάλ ανά τον κόσμο.

Η επόμενη ταινία που θα δούμε στις αίθουσες αποτελεί αποκύημα της συνεργασίας του Γ. Οικονομίδη με τον Β. Μουρίκη, με τίτλο «Μεγάλη Πέτρα σε Μικρό Κεφάλι». Ένα σύγχρονο ρεαλιστικό δράμα που λαμβάνει χώρα στη χειμωνιάτικη Αθήνα, γραμμένο την περίοδο της πανδημίας. Ο ίδιος ο δημιουργός σε συνέντευξή του δήλωσε: «Προσπαθήσαμε με τον Βαγγέλη να ψυχανεμιστούμε αυτό που έρχεται. Για να κάνουμε μια ταινία, κάτι πρέπει να έχουμε να πούμε, να έχει ένα νόημα όλο αυτό, μια αγωνία -αλλιώς τι νόημα έχει; Είναι ένα στοίχημα αυτή η ταινία. Περάσαμε πολύ δύσκολες στιγμές και έρχονται ακόμα πιο δύσκολες. Για εμένα μια ταινία είναι προέκταση της ζωής μου. Θέλω να μπορώ να δω πίσω από τον τοίχο. Θέλω να βλέπω αυτό που έρχεται».

Εμείς πάντως ήδη ανυπομονούμε να δούμε αυτό που έρχεται!

 

Πηγή εικόνας

Συντάκτης: Ιώ Μιχαήλ
Επιμέλεια κειμένου: Ζηνοβία Τσαρτσίδου