Δημιουργούμε επειδή πέσαμε με τα μούτρα στον έρωτα ή με τα μούτρα στα πατώματα. Πέφτουμε και στην προσπάθειά μας να σηκωθούμε στηριζόμαστε σε σόλο παραστάσεις, πίνακες -κυρίως μουντούς- και κείμενα κάπως ανορθόγραφα. Δύο είναι λοιπόν τα κύρια συναισθήματα που μας ωθούν να δημιουργήσουμε, η παράφορη χαρά κι ο απύθμενος πόνος. Οι πένες, τα πινέλα, τα μολύβια και κάθε όργανο δημιουργίας παίρνει φωτιά στα καλύτερα και τα χειρότερά μας. Υψώνει πύρινες φλόγες και καίει την ψυχή του καλλιτέχνη που παρακαλάει για λύτρωση. Τα δυνατότερα συναισθήματα που θα βιώσουμε θα χαραχθούν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο και θα δώσουν ζωή σε κάθε προϊόν που θα ωθήσουμε στο φως.

Ερωτεύεσαι. Ερωτεύεσαι κι όλα τα βλέπεις στο χρώμα της καψούρας. Όλα μοιάζουν ιδανικά και η ζωή φαντάζει αισιόδοξα όμορφη. Νιώθεις τόσα ευγενή συναισθήματα που το να μην τα εκφράσεις αποτελεί κακούργημα και φαντάζει ασυγχώρητο για την κοινωνία της τέχνης. Εκφράζεσαι από ανάγκη να μοιραστείς αυτόν τον έρωτα, να του δώσεις όνομα κι επίθετο και να τον γνωρίσεις στον σκηνοθέτη από τη θεατρική και το σύμβουλο από την ομάδα δημιουργικής γραφής. Θέλεις να φωνάξεις για τα χρόνια που ζήσατε χωριστά και να πιείτε όλοι μαζί σε όσα θα σας βρουν αγκαλιά. Η χαρά σου είναι απερίγραπτη και εσύ ως καλλιτέχνης δε θέλεις απλώς να δηλώσεις σε φίλους και οικογένεια ερωτευμένος, θέλεις να γράψεις ένα άσμα ασμάτων όπως ο Καμπανέλλης και να πιστέψεις πως ο δικός σου έρωτας δε θα ζήσει κανένα ολοκαύτωμα.

Συγκλονιζόμαστε από την ίδια μας την ευτυχία και θέλουμε να τη μοιραστούμε με σινεφίλ και λάτρεις όλων των τεχνών. Θέλουμε να τους καλέσουμε κοντά μας και να ζήσουμε από κοινού μια κορύφωση διαφορετική από τις άλλες. Αργή σαν βαλς κι έντονη σαν τάνγκο. Να πλημμυρίσουμε από ενέργεια σαν χρήστες που κάνουν έκσταση και μετά να γαληνέψουμε σαν να την αντικαταστήσαμε ξαφνικά με τριπάκια. Όντας ερωτευμένοι χαμογελάμε ασυστόλως, γελάμε ξεδιάντροπα και σκαλίζουμε όσα ονειρευτήκαμε  σαν μικρά παιδιά, παιδιά που δεν ξέρουν τι θα πει αποτυχία και πτώση. Παιδιά που προστατεύουν ακόμη τις ιδέες και τις αξίες τους και ζωγραφίζουν τη μαμά τους  και μια ευτυχισμένη τους στιγμή στο δάσος. Αυτοί οι καλλιτέχνες γινόμαστε, όταν ο έρωτας μάς χτυπάει την πόρτα, μικρά παιδιά.

Πέφτεις με τα μούτρα στον έρωτα και κλαις σε κάθε πτώση. Φυλάς ένα δάκρυ για όσα δε ζήσατε, για να ποτίσεις τον καλλιτεχνικό σου οίστρο που μοιάζει δυνατότερος από ποτέ. Όσο δυνατότερος ο πόνος, τόσο μεγαλύτερη η ανάγκη να εκφραστείς. Να ζωγραφίσεις βουνά από βαθυγάλανο μπλε και θάλασσες από κυπαρισσί και πράσινα παστέλ. Να γράψεις παραμύθια και να τα διαβάζεις σε παιδιά με λαμπερά χαμόγελα και θλιβερή ποιότητα ζωής. Να αφιερώσεις ένα «Καληνύχτα Κεμάλ» σε όσους όχι απλώς έχασαν στον έρωτα, αλλά δεν ερωτεύτηκαν και δεν αγάπησαν ποτέ. Να γίνεις το πέμπτο κοριτσάκι του Πικάσο και να διδάξεις μαζί με τα άλλα τέσσερα καλοσύνη. Πονάς και ψοφάς να βγάλεις προς τα έξω αυτόν τον πόνο, γιατί είναι αβάσταχτος και η ψυχή σου λυγίζει από το βάρος.

Ξαφνικά ένα ζευγάρι μάτια μοιάζει πιο φωτεινό από ποτέ κι όμως φέρνει μόνο σκοτάδι στη ζωή σου. Ψάχνεις τρόπο να διαχειριστείς το σκοτάδι και το μετατρέπεις σε φως, όπως μόνο ένας καλλιτέχνης ξέρει. Μετουσιώνεις τον πόνο σε ενέργεια κι έμπνευση κι εκείνα με τη σειρά τους τα μετατρέπεις σε έργα τέχνης που θα ψιθυρίζουν το όνομα της καψούρας σου στην αιωνιότητα. Όλα αυτά συμβαίνουν γιατί η μόνη σου επιλογή είναι η δημιουργία· χωρίς εκείνη τα μάτια σου θα γίνονταν ποτάμια και το αίμα σου θα έπηζε. Διοχετεύεις τον πόνο προς τα έξω μήπως ξεμείνει μέσα σου και συνηθίσετε να κρατάτε παρέα ο ένας στον άλλον.

Η μετριότητα σε σχέσεις, ιδέες, δουλειές ακόμα και αισθήματα είναι προφανώς αποδεκτή, δυστυχώς όμως δεν είναι ευεργετική. Αν κάποιο συναίσθημα δε σου δημιουργεί την επιτακτική ανάγκη να δώσεις σώμα και φωνή και στα έργα σου, τα έργα σου δε θα έχουν ψυχή. Θα είναι πίνακας του Michelangelo χωρίς καθηλωτικές λεπτομέρειες κι ένα ακόμα ομοφοβικό τραγούδι σαν τόσα που έχουν γραφτεί. Στον πόνο και την καψούρα χρωστάμε τις επιστολές Πολυδούρη-Καρυωτάκη και τον Αύγουστο του Παπάζογλου, σε ευτυχίες που έσταξαν κορυφώσεις και μιζέριες που δάκρυσαν χρωστάμε κάθε Αύγουστο. Σ’ έναν Αύγουστο δε, χρωστάμε τις ζωές μας ολόκληρες, για όλες τις πληγές που γιάτρεψε το αλάτι του και όλα τα κάστρα από άμμο που φιλοξένησαν αγάπες δίχως στέγη.

 

Συντάκτης: Ζηνοβία Τσαρτσίδου
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου