Δεν ξέρω αν έχεις δει το The Sopranos αλλά…τι και αν το έχεις δει, τι και αν όχι, ειλικρινά δεν έχει σημασία. Γιατί δεν μιλάμε για ακόμα μια σειρά από εκείνες τις μαφιόζικες. Μιλάμε για Την Σειρά και για έναν χαρακτήρα που δεν ήταν απλά ένας πρωταγωνιστής αλλά το θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίστηκαν όλοι οι υπόλοιποι που ήρθαν μετά. Ο Tony Soprano ο άνθρωπος που έδωσε ψυχή και κρίσεις πανικού στην μαφία.

Και ποιoς είναι λοιπόν ο Tony Soprano; Θα σου πω εγώ. Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά, τον ενσαρκώνει ο James Gandolfini. Ή αλλιώς: Είδωλο! Ο μόνος που μας έκανε να συμπάσχουμε με έναν τύπο που διατάζει εκτελέσεις και μετά πάει σπίτι να φάει ένα σάντουιτς και να ταΐσει τις πάπιες στην αυλή του.

Ο Tony Soprano δεν ήταν απλώς ένας αρχηγός της μαφίας. Ήταν σύζυγος, πατέρας, γιος, αφεντικό, θεραπευόμενος και το κυριότερο άνθρωπος που κουβαλούσε τον πόνο της μοναξιάς. Ήταν ένας τύπος που μπορούσε να πατήσει έναν άνθρωπο με τα χέρια του και την επόμενη στιγμή να καταρρεύσει γιατί μια πάπια πέταξε μακριά. Και ναι, τις πάπιες του τις αγαπούσε και τις πρόσεχε πιο πολύ από ότι πρόσεχε πολλές φορές τον ίδιο του τον γιο τον A.J. Και όταν τον εγκαταλείπουν παθαίνει κρίση ταυτότητας λες και έχασε τα πάντα. Αυτό τώρα δεν είναι τραγικά ποιητικό;

Ο Tony, λοιπόν, δεν μπορούσε να συνδεθεί πραγματικά. Ούτε με την γυναίκα του, ούτε με τα παιδιά του, ούτε καν με τους πιο στενούς του «φίλους», ακόμα και αυτοί τον έβλεπαν σαν το «αφεντικό». Μιλούσε αλλά δεν άκουγε. Έδινε εντολές. Αλλά τα κομμάτια του εαυτού του δεν τα μοιραζόταν. Άρχισε να πνίγει τα πάντα στο φαγητό, στις εφήμερες σχέσεις απατώντας την γυναίκα του, στα λεφτά, στα ψώνια και στις επιδείξεις δύναμης και ανωτερότητας. Και όταν όλα αυτά πλέον δεν τον βοηθούσαν, άρχισε να λιποθυμάει και να παθαίνει κρίσεις πανικού.

Και κάπως έτσι έρχεται η ψυχοθεραπεία. Ο Tony είναι ο πρώτος μαφιόζος που κάθεται στον καναπέ της ψυχολόγου του (Dr. Melfi) και ξεκινά ένα ταξίδι μέσα στο μυαλό του και παράλληλα στο μυαλό όλων μας, και αυτό είναι ένα από τα πιο εμβληματικά κομμάτια της σειράς. Και αν με ρωτάς γιατί; Θα σου πω γιατί επιτέλους ένας άνθρωπος που έχει μάθει να λύνει τα πάντα με μπουνιές, βρισιές και εκβιασμούς, κάθεται να κοιτάξει το μέσα του. Βέβαια στην αρχή κάνει τον μάγκα. Και ποιος δεν το περίμενε αυτό. Της λέει πως δεν πιστεύει σε αυτές τις «ψυχαναλύσεις», πώς ότι του λέει είναι «τσάμπα λόγια» και αρκετές φορές ξεσπάει σε αυτήν. Αλλά ξανά γυρνάει και ξανά γυρνάει συνεχώς. Γιατί κάτι μέσα του θέλει να σωθεί. Και κάπου εκεί είναι που αρχίζουμε κι εμείς να τον βλέπουμε όχι μόνο ως μαφιόζο αλλά ως έναν άνθρωπο που πονά, που φοβάται, που υποφέρει.

Ο Tony είναι, τελικά, ο πιο ρομαντικός μη ρομαντικός χαρακτήρας που έχουμε δει στις οθόνες μας. Δεν είναι τυπικός. Δεν αγοράζει λουλούδια. Δεν είναι τρυφερός. Δεν λέει σ’ αγαπάω (εκτός και αν είναι το σάντουιτς του!). Αλλά στο βλέμμα του όταν κοιτάει τους άλλους όταν τον προδίδουν. Στο πώς πονάει όταν νιώθει ότι χάνει τον έλεγχο. Στο ότι δεν εμπιστεύεται κανέναν, ούτε καν τον ανιψιό του τον ίδιο, ενώ κατά βάθος ελπίζει ότι κάποιος, έστω και ένας θα τον καταλάβει. Εκεί κρύβεται η ρομαντική του φύση. Στην απόγνωση. Στην προσπάθεια να βρει νόημα σε έναν κόσμο με επιφανειακές σχέσεις.

Γιατί, ναι ο Tony ήταν μόνος. Πιο μόνος και από εκείνους τους ήρωες που τρέχουν στην βροχή και κλαίνε για την αγάπη. Η μοναξιά του ήταν η φυσική του κατάσταση. Από το πρώτο μέχρι το τελευταίο επεισόδιο δεν βλέπουμε έναν άνθρωπο που απλά χάνει τον έλεγχο. Αλλά έναν άνθρωπο που δεν τον είχε ποτέ στ’αλήθεια. Που έπαιζε ρόλους: του αφεντικού, του γιού, του πατέρα, του σκληρού, του macho. Και όταν έμενε μόνος του με το άλογο που είχε κόλλημα ή τις πάπιες, ήταν απλώς ο Anthony. Ένα παιδί που μεγάλωσε χωρίς πραγματική αγάπη και δεν έμαθε πως να την δίνει ή να την δέχεται.

Και ναι μπορεί να έκανε φριχτά πράγματα. Μπορεί να τον μισήσεις ή να φωνάξεις στην οθόνη «Ρε πήγαινε τώρα να ζητήσεις συγγνώμη!». Αλλά εκείνη την στιγμή υπάρχει αυτή η μικρή φωνούλα μέσα σου που λίγο τον νιώθει και τον συμπονεί. Γιατί σε όλους μας υπάρχει μια πλευρά που νιώθει μόνη ακόμα και σε γεμάτα δωμάτια. Που θέλει να καταλάβει και να κατανοηθεί αλλά νιώθει ότι δεν μπορεί να το κάνει. Που φοβάται να ζητήσει βοήθεια γιατί το να είσαι αδύναμος σε κάνει ευάλωτο.

Και ίσως για αυτό αγαπήσαμε τον Tony. Γιατί μας έκανε να τον μισήσουμε, να τον καταλάβουμε, να τον σιχαθούμε και μετά να σηκώσουμε τα χέρια ψηλά και να πούμε «Δεν μπορώ να πιστέψω το πώς νιώθει», και όλα αυτά στην ίδια σκηνή. Όλη του η ύπαρξη ήταν μια κραυγή και απόδειξη ότι ακόμα και οι πιο ισχυροί μπορεί να κρύβουν μέσα τους ένα χάος. Και εδώ, ας σταθούμε λίγο και ας αποτίνουμε έναν φόρο τιμής στον James Gandolfini. Τον ευχαριστούμε για αυτό που άφησε πίσω και που με κάθε του βλέμμα μας έκανε να θυμώσουμε, να γελάσουμε, να νιώσουμε. Δεν θα υπάρξει άλλος Tony.

Συντάκτης: Νικόλ Τσέκου
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη