Η απόρριψη μέσα στην οικογένεια δε χρειάζεται να είναι πάντα εμφανής ή ακραία για να αφήσει αποτύπωμα. Μπορεί να υπάρχει μέσα από τη συνεχή κριτική, τη συναισθηματική απόσταση, τις συγκρίσεις, την έλλειψη επιβεβαίωσης, την αδιαφορία για το πώς νιώθει ένα παιδί ή την αίσθηση ότι η αποδοχή δίνεται μόνο υπό όρους.
Ένα παιδί που μεγαλώνει σε ένα τέτοιο περιβάλλον είναι πιθανό να συνδέσει την αγάπη με την προσπάθεια, την προσαρμογή και την ανάγκη να αποδεικνύει διαρκώς ότι αξίζει. Έτσι δημιουργείται συχνά η ανάγκη να είναι κάποιος συνεχώς αρκετά καλός, αρκετά επιτυχημένος, αρκετά όμορφος, αρκετά χρήσιμος ή αρκετά εύκολος στις σχέσεις του, ώστε να μειώσει την πιθανότητα απόρριψης.
Η ίδια ανάγκη μπορεί να εμφανιστεί και στις ερωτικές σχέσεις. Όταν κάποιος έχει μάθει ότι η αγάπη συνοδεύεται από αστάθεια, απόσταση ή συναισθηματική αβεβαιότητα, είναι πιθανό να έλκεται περισσότερο από ανθρώπους που αναπαράγουν αυτό το γνώριμο μοτίβο. Η συναισθηματική διαθεσιμότητα μπορεί να μοιάζει λιγότερο έντονη, ενώ η αβεβαιότητα, η καθυστέρηση, η απομάκρυνση και το συνεχές «δεν ξέρω πού βρίσκομαι» μπορεί να βιώνονται ως ισχυρή έλξη.
Έτσι η ανασφάλεια πολλές φορές μπερδεύεται με πάθος και η ηρεμία με έλλειψη χημείας.
Οι ίδιες ρίζες μπορούν να επηρεάσουν και άλλες πλευρές της ζωής. Η επαγγελματική επιτυχία, η τελειομανία, η ανάγκη για αναγνώριση ή η δυσκολία να πει κάποιος «όχι» μπορεί να συνδέονται με την προσπάθεια να νιώσει επιτέλους αρκετός.
Το σημαντικό είναι ότι αυτά τα μοτίβα δεν αποτελούν καταδίκη. Η οικογενειακή απόρριψη μπορεί να επηρεάσει έναν άνθρωπο, αλλά δεν χρειάζεται να ορίζει για πάντα τις σχέσεις και τις επιλογές του. Η αλλαγή αρχίζει όταν κάποιος αναγνωρίζει τι του είναι γνώριμο, τι τον ενεργοποιεί και γιατί επιμένει σε καταστάσεις που τον κάνουν να αισθάνεται ότι πρέπει να αποδείξει την αξία του.
