Δύο χέρια γυμνά
την άμμο σκάβουν.
Η πέτρα πρέπει
πρέπει να βγει…
Γύρω γύρω σκαλίζουν-
χώνεις βαθιά μέσα τα πάνω άκρα
την έσω καρδιά
την εμού ψυχή.
Αυτή που δε βγαίνει
μα σφηνωμένη από τη φύση
τυραννά τον περαστικό.
Έρχονται τα παιδιά
φωνές, γέλια
αυθόρμητα κύματα χαράς
ζωή…
Προσπαθώ πάλι
πιο θαρρετά
πιο δυνατά
πιο ελπιδοφόρα.
Κι εκείνη κουνιέται
τρέμει
κινά
έτοιμη για ελευθερία.
Τη σηκώνω
επιτέλους
στη θάλασσα την εναποθέτω
το μονοπάτι ανοίγει…
Κοιτώ τα παιδιά.
Βουτάω στο νερό.
Ευρεθής.
Ευτυχής.
Ελπίδων πλήρης.
