Τέλεια στημένη
αψεγάδιαστη
καλοντυμένη
και χαμογελαστή, υποσχόμενη πολλά σε λίγους και εκλεκτούς
απόμακρη μέσα στην οικειότητά της
σχεδόν άψυχο σώμα που στόλισαν επίτηδες
να μοιάζεις λίγο πως ανασαίνεις ακόμα με ευκολία
και δεν καταπίνεις απλά τις μέρες περιμένοντας
σαν κούκλα μιας βιτρίνας σκονισμένη.
Πότε κοιτάς αριστερά και πότε δεξιά
με βλέμμα απαθές
σαν αόρατο χέρι να σε τακτοποίησε πάνω στην καρέκλα
και ακούνητη να ‘θελε να μείνεις για χάρη των περαστικών
που πάνω σου όλο και κάτι έχουν να ζηλέψουν
ή να κρίνουν
με κείνα τα μάτια τους που λαίμαργα σε ξεγυμνώνουν
και σε χαζεύουν για ώρες
σαν κούκλα βιτρίνας προβαρισμένη.
Λόγος δε βγαίνει από τα χείλη σου τα κόκκινα
μόνο πνοές στο χρόνο και κούφιοι αναστεναγμοί
άγνωστη η χροιά της φωνής σου σ’ όποιον σ’ ερωτεύτηκε και πήγε να σ’ αγγίξει
βουβή μέσα στο πλήθος των άγνωστων γνωστών μένεις
μαρμαρωμένη από τη ντροπή π’ αντίκρισες με νου και ψυχή
σαν κούκλα βιτρίνας
ξεχασμένη
και καταδικασμένη σε μια ζωή χαρισμένη
ποτέ δική της.
