Σήμερα όλοι θα κοιτάζουν εσένα. Την τούρτα, τα χέρια σου μέσα στην κρέμα, το πρώτο σου κεράκι που θα χρειαστείς βοήθεια για να σβήσεις. Θα σε κοιτάζω κι εγώ. Μόνο που κάθε τόσο θα φεύγω από το δωμάτιο χωρίς να κουνηθώ από τη θέση μου. Θα γυρίζω σ’ εκείνη τη μέρα, πριν από έναν χρόνο, όταν δεν ήξερα ακόμη το πρόσωπό σου και έκανα ό,τι μπορούσα για να φτάσω ως αυτό.

Θυμάμαι εκείνο το παράξενο πριν. Να ξέρω ότι έρχεσαι και να μην μπορώ να φανταστώ πώς είναι να βρίσκεσαι επιτέλους εδώ. Τις μικρές, άσχετες λεπτομέρειες που κρατάει το μυαλό όταν συμβαίνει κάτι τεράστιο: μια φωνή στον διάδρομο, ένα ποτήρι νερό, μια ματιά στο ρολόι. Και μετά να χάνω την αίσθηση της ώρας. Να υπάρχει μόνο το επόμενο λεπτό, το σώμα μου και η προσπάθεια να φτάσω ως εσένα.

Θυμάμαι ότι φοβήθηκα. Δεν χρειάζεται να το ομορφύνω τώρα επειδή σήμερα έχεις γενέθλια. Υπήρξαν λεπτά που ήθελα να τελειώσει, που δεν με παρηγορούσε καμία φωνή και κανένα «κάνε κουράγιο». Έκανα κουράγιο. Με το σώμα μου, με τον φόβο μου, με ό,τι μου είχε απομείνει. Όταν λένε πως η μέρα που γεννήθηκες ήταν όμορφη, δεν διαφωνώ. Θέλω μόνο να θυμούνται πως ήμουν κι εγώ μέσα της.

Και ύστερα ήρθες. Δεν θυμάμαι κάθε στιγμή με τη σωστή σειρά. Θυμάμαι όμως τη στιγμή που το «το μωρό» έγινε εσύ. Το πρόσωπό σου τόσο καινούργιο κι όμως δικό μου. Την ανακούφιση να μπλέκεται με την εξάντληση. Να θέλω να σε κοιτάξω και συγχρόνως να κλείσω τα μάτια μου. Δεν χρειάστηκε να νιώσω ένα μόνο πράγμα. Ακόμη και εξαντλημένη, ήξερα πως δεν θα ξανασυναντηθούμε ποτέ για πρώτη φορά.

Οι φωτογραφίες από εκείνη τη μέρα δείχνουν την αρχή σου. Εγώ ξέρω και τι υπάρχει έξω από το κάδρο: όσα φοβήθηκα, όσα άντεξα, όσα δεν μπόρεσα να πω. Μετά ήρθαμε σπίτι και όλοι ήθελαν να μάθουν πώς είσαι. Κι εγώ ήθελα κι αυτό να τους πω. Ήθελα όμως καμιά φορά να με ρωτήσουν και πώς είμαι εγώ, χωρίς να χρειάζεται να απαντήσω «μια χαρά».

Μέσα σ’ αυτόν τον χρόνο υπήρξαν στιγμές που σε κοίταζα και δεν πίστευα ότι γίνεται να αγαπάει κανείς έτσι. Υπήρξαν και στιγμές που ήθελα να κλείσει μια πόρτα πίσω μου και να μη με χρειάζεται κανένας για μία ώρα. Δεν ακυρώνει το ένα το άλλο. Η αγάπη μου για σένα δεν με κάνει ανεξάντλητη. Κι η κούρασή μου δεν την κάνει λιγότερη.

Έμαθα να ξεχωρίζω το κλάμα σου πριν ακόμη ανοίξω τα μάτια μου. Έμαθα να κάνω πράγματα με το ένα χέρι και να αφήνω στη μέση μια σκέψη για να γυρίσω σ’ αυτήν ώρες μετά. Κάποιες μέρες ένιωθα δυνατή με έναν τρόπο σχεδόν παράλογο. Κάποιες άλλες δεν άντεχα ούτε την ερώτηση «τι έχεις;», γιατί θα έπρεπε να εξηγήσω ένα βάρος που δεν είχε όνομα.

Μου έλειψα μέσα σ’ αυτόν τον χρόνο. Η γυναίκα που έφευγε από το σπίτι χωρίς να οργανώσει πρώτα μια ολόκληρη επιχείρηση. Που μπορούσε να κουραστεί και να σταματήσει. Που δεν χρειαζόταν να διεκδικεί ούτε το σώμα της. Σε αγαπώ όσο δεν ήξερα ότι μπορώ να αγαπήσω. Αλλά δεν θέλω να πρέπει να εξαφανιστώ για να χωρέσει αυτή η αγάπη.

Σήμερα όλοι θα πουν πόσο μεγάλωσες. Θα θυμηθούν το πρώτο σου χαμόγελο και όλα εκείνα που έκανες για πρώτη φορά μπροστά στα μάτια μας. Εγώ θα χαρώ μαζί τους. Αλλά θα θυμηθώ και τη γυναίκα που περίμενε να σε γεννήσει, που φοβόταν και συνέχιζε. Δεν ξέρω αν έγινα η μητέρα που φανταζόμουν. Ξέρω πως έμεινα εδώ, μαζί σου, κάθε μέρα αυτού του πρώτου χρόνου.

Αν δεν μπορείς να σβήσεις το κεράκι, θα το σβήσουμε μαζί. Ύστερα θα χειροκροτήσω, θα γελάσω, θα βγάλω φωτογραφίες όπως όλοι. Και το βράδυ, όταν θα έχει ησυχάσει το σπίτι, θα θυμηθώ τη γυναίκα που ήμουν τέτοια μέρα πέρσι, λίγο πριν σε γνωρίσει. Θα ήθελα να μπορούσα να της πω πως θα τα καταφέρουμε. Θα της έδειχνα εσένα.

Συντάκτης: Virtual Unreality