Article of the day: Η ιστορία που δεν ήξερες για τα minions, από τη Μαρία Πακιακιό.

wddfg

Κάθε μέρα η ίδια σκηνή. Ξανά και ξανά. Ξυπνάς, ανοίγεις τα μάτια σου κι η σκέψη σου κολλημένη στις μηχανορραφίες που θα σκεφτείς προκειμένου να δεις έστω και για λίγο τον έρωτά σου. Σε όλα αυτά που θα προφασισθείς στους δικούς σου ανθρώπους όταν το μεσημέρι δε θα γυρίσεις σπίτι για φαγητό. Στους φίλους σου που δε θα πας εκείνη τη βόλτα που από καιρό λέγατε μαζί. Στη δουλειά σου που θα χρειαστεί να λείψεις έστω και για μισή ωρίτσα, προκειμένου ν’ ανταλλάξεις ένα βλέμμα, ένα φιλί, ένα «γεια» με τον άνθρωπο που σου έχει πάρει το μυαλό και τη σκέψη. Όλα να πάνε πίσω, να μην κοιμηθείς, να μη φας, ας ξενυχτήσεις.

Κι αν οι τόσες δικαιολογίες προς όλους ακούγονται σ’ έναν, μη ερωτευμένο, πολύ μεγάλο βάρος σε σημείο που προτιμάει, θα σου πει, να μη δει και καθόλου το έτερον ήμισυ, εσένα σου φαίνονται αστείες. Φυσικά και θα προτάξεις τα στήθη σου και θα κάνεις ό,τι περνάει μα κι ό,τι δεν περνάει από το χέρι σου για να καταφέρεις να βρεθείτε έστω και για λίγο. Βλέπεις μπροστά στον έρωτα, όλ’ αυτά είναι παιχνιδάκι. Όλα σου φαίνονται στην καλύτερη περίπτωση απλούστατα και στη χειρότερη πρόκληση. Ε ναι, λοιπόν, αξίζει η κάθε πρόφαση, η κάθε δικαιολογία, το κάθε ψεματάκι που θα πεις.

 

 

Κι ενώ ακόμη και τα δύσκολα τα κάνεις εύκολα, ή μάλλον σου φαίνονται εύκολα, αναρωτιέσαι πώς εσύ που κανονικά λειτουργείς με χρονοκαθυστέρηση και με δυσκολία, μπορείς και τα προσπερνάς όλα έτσι αβίαστα. Η απάντηση είναι μια και μοναδική. Δε νιώθεις καν ότι βάζεις τον εαυτό σου σε καμία δυσκολία, σε μια δοκιμασία. Όλα σου βγαίνουν αυθόρμητα. Η χαρά σου υπερνικάει κάθε μορφή πίεσης κι άγχους που μπορεί να ένιωθες υπό άλλες συνθήκες. Ο οργανισμός σου λειτουργεί υπό συνθήκες έρωτα. Δεν αναλύεις πολύ τα πράγματα. Θέλεις και μπορείς απλά.

Όπως το ταγκό θέλει δυο για να το χορέψουν, έτσι και τώρα εσύ παίρνεις πράγματα από τον έρωτά σου που σε κάνουν να νιώθεις παντοδυναμία και να κάνεις υπερβάσεις. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Για όσο κρατάει αυτός ο χορός δεν έχει καμία σημασία πόσες φορές θα χάσεις τα βήματά σου, πόσες φορές θα πατήσεις τον παρτενέρ σου, ή θα βάλεις τρικλοποδιές σε σένα. Όλα αυτά είναι και χαριτωμένα. Μέχρι την ώρα που σταματάς ν’ ακούς τη μουσική.

Εκεί λοιπόν είναι που ενδεχομένως δε θέλεις και να χορέψεις άλλο. Αρχίζουν και σ’ ενοχλούν οι τρικλοποδιές σου. Σε θυμώνουν οι άστοχες χορευτικές φιγούρες. Έχεις αρχίσει να πιστεύεις ότι χορεύεις χωρίς μουσική και μετά από λίγο, θέλεις να φύγεις από το παρκέ. Δε θέλεις να κάνεις την παραμικρή προσπάθεια να ξαναμπείς στον ρυθμό κι όλα τα βήματα σού φαίνονται βαριά και δύσκολα. Δεν έχεις καμία διάθεση τώρα να τα μάθεις.

Κάπως έτσι καταλαβαίνεις ότι κάτι μέσα σου έχει λήξει. Δε θέλεις άλλη επιβεβαίωση γι’ αυτό που νιώθεις. Νιώθεις άρνηση για τα πάντα. Δε θέλεις να μπεις στο κόπο να σκεφτείς κανένα ψέμα και καμία δικαιολογία προκειμένου να συναντηθείτε. Αν προκύψει, σκέφτεσαι, προέκυψε. To μόνο κακό τώρα είναι ότι δεν είσαι σίγουρος αν περνάς απλώς μια περίοδο κρίσης με τη σχέση σου ή αν όντως είσαι έτοιμος να σπάσεις αβγά. Αυτό και μόνο σε κάνει να μένεις για λίγο θεατής στον χορό σας. Πώς είναι δυνατόν, λες, όλος αυτός ο έρωτας, ο ενθουσιασμός, η ασυγκράτητη επιθυμία να έχει μετατραπεί σε αδιαφορία! Εσύ που τα έκανες όλα εύκολα, γιατί τα έκανες φυσικά με μεγάλη προθυμία, τώρα σε βαραίνουν. Σε απογοητεύουν απλές καθημερινές συνήθειές σας.

Τελικά, πόσο μεγάλη αλήθεια κρύβεται στο «θα κάνω τα πάντα για ένα θέλω, δε θα κουνήσω το μικρό μου δαχτυλάκι για ένα πρέπει». Εκεί μάλλον βρίσκεται κι η μαγεία της ζωής. Να δίνουμε τα πάντα στον άνθρωπό μας επειδή το θέλουμε και το νιώθουμε. Επειδή, ακόμη καλύτερα, μας κάνει ο άλλος να το θέλουμε. Επειδή δεν υπολογίζουμε πόσα θα δώσουμε και πόσα θα πάρουμε. Ας φεύγουμε από τη σχέση όταν βγαίνουν οι ζυγαριές και τα κομπιούτερ. Γιατί τότε, με μαθηματική ακρίβεια η σχέση έχει τελειώσει.

 

Θέλουμε και τη δική σου άποψη!

Στείλε το άρθρο σου στο info@pillowfights.gr και μπες στη μεγαλύτερη αρθρογραφική ομάδα!

Μάθε περισσότερα ΕΔΩ!

Συντάκτης: Νατάσα Αυγούστη
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου