Υπάρχει μια φράση που χρησιμοποιούμε τόσο συχνά, ώστε θα μπορούσε άνετα να αναγράφεται στην ταυτότητά μας: «Μόλις ξεκαθαρίσει αυτό, θα ηρεμήσω». Μόλις βρεθεί μια καλύτερη δουλειά. Μόλις λυθεί εκείνη η παρεξήγηση. Μόλις έρθει μια απάντηση. Μόλις αποφασίσει ο άλλος τι θέλει. Μόλις τελειώσει αυτή η δύσκολη περίοδος. Και κάπως έτσι, η ζωή μετατρέπεται σε μια τεράστια αίθουσα αναμονής. Μόνο που δεν υπάρχει ούτε αριθμός προτεραιότητας ούτε κάποιος υπάλληλος να ενημερώσει πόση ώρα απομένει μέχρι να εξυπηρετηθούμε.
Το πιο παράξενο; Συνηθίζουμε τόσο πολύ να περιμένουμε, που κάποια στιγμή ξεχνάμε τι ακριβώς περιμένουμε.
Η παγίδα του «όταν»
Από μικροί μαθαίνουμε να τοποθετούμε την ευτυχία λίγο παρακάτω. Όταν τελειώσουν οι εξετάσεις, όταν βρεθεί δουλειά, όταν αποκτηθεί οικονομική ανεξαρτησία, όταν έρθει μια σχέση, όταν δημιουργηθεί οικογένεια. Κάθε φορά που φτάνουμε σε έναν προορισμό, εμφανίζεται ένας επόμενος. Σαν εκείνες τις εφαρμογές πλοήγησης που, ενώ έχουμε ακολουθήσει όλες τις οδηγίες, επιμένουν να μας ενημερώνουν ότι η διαδρομή επαναϋπολογίζεται. Δεν είναι κακό να υπάρχουν στόχοι. Ούτε είναι παράλογο να θέλουμε να βελτιώσουμε τις συνθήκες της ζωής μας. Το πρόβλημα αρχίζει όταν αντιμετωπίζουμε το παρόν σαν κάτι προσωρινό, σαν μια πρόχειρη εκδοχή της πραγματικής μας ζωής. Αναβάλλουμε μικρές χαρές, συναντήσεις, αποφάσεις, ακόμη και την ξεκούρασή μας. Όχι επειδή δεν τις θέλουμε, αλλά επειδή πιστεύουμε ότι πρώτα πρέπει να τακτοποιηθεί κάτι σημαντικότερο.
Μόνο που πάντα υπάρχει κάτι σημαντικότερο.
Η ψευδαίσθηση ότι όλα κάποτε θα μπουν στη θέση τους
Πίσω από αυτή τη διαρκή αναμονή κρύβεται συχνά η ανάγκη για έλεγχο. Θέλουμε να γνωρίζουμε πού βρισκόμαστε, τι θα ακολουθήσει, ποιος θα μείνει, ποιος θα φύγει, αν η επιλογή μας είναι σωστή και αν τελικά θα δικαιωθούμε. Θέλουμε, με λίγα λόγια, να διαβάσουμε το τελευταίο κεφάλαιο πριν αποφασίσουμε αν αξίζει να συνεχίσουμε το βιβλίο. Και όταν οι απαντήσεις δεν έρχονται, βάζουμε τη ζωή μας σε αναστολή. Υπάρχουν άνθρωποι που περιμένουν χρόνια μια συγγνώμη για να μπορέσουν να προχωρήσουν. Άλλοι περιμένουν να αναγνωριστεί η προσπάθειά τους. Κάποιοι περιμένουν μια απόφαση που δε βρίσκεται καν στα δικά τους χέρια.
Εδώ γεννιέται ένα δύσκολο ερώτημα: πόσο από τον χρόνο μας είμαστε διατεθειμένοι να παραχωρήσουμε σε κάτι που δεν μπορούμε να ελέγξουμε; Γιατί η αναμονή δεν είναι πάντα ένδειξη υπομονής. Μερικές φορές είναι ένας τρόπος να αποφεύγουμε την ευθύνη της επόμενης κίνησης. Όσο περιμένουμε να ξεκαθαρίσει κάτι από μόνο του, δε χρειάζεται να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε αν δεν ξεκαθαρίσει ποτέ.
Δεν είναι όλες οι εκκρεμότητες ίδιες
Βέβαια, θα ήταν άδικο να αντιμετωπίσουμε κάθε αναμονή σαν προσωπική αδυναμία. Υπάρχουν άνθρωποι που περιμένουν αποτελέσματα εξετάσεων, μια επαγγελματική απάντηση, την οικονομική δυνατότητα να αλλάξουν σπίτι ή μια εξέλιξη που μπορεί πραγματικά να ανατρέψει την καθημερινότητά τους. Δε λύνονται όλα με μια βόλτα, έναν καφέ και τη συμβουλή «ζήσε τη στιγμή». Αν ήταν τόσο απλό, θα είχαμε καταργήσει την αγωνία και θα είχαμε ανοίξει όλοι από ένα κατάστημα με αρωματικά κεριά. Υπάρχουν καταστάσεις που απαιτούν χρόνο. Και υπάρχουν περίοδοι κατά τις οποίες η αβεβαιότητα είναι αντικειμενικά εξαντλητική.
Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να προσποιούμαστε ότι δε μας απασχολεί τίποτα. Είναι να αναρωτηθούμε αν μπορούμε να συνεχίσουμε να υπάρχουμε και πέρα από αυτό που μας απασχολεί. Να έχουμε μια δύσκολη εκκρεμότητα και παρ’ όλα αυτά να γελάσουμε με έναν φίλο. Να μη γνωρίζουμε τι θα γίνει σε έναν μήνα και παρ’ όλα αυτά να οργανώσουμε κάτι όμορφο για το Σαββατοκύριακο. Όχι επειδή λύθηκαν τα προβλήματα, αλλά επειδή δε χρειάζεται να καταλαμβάνουν κάθε διαθέσιμο εκατοστό της ζωής μας.
Η ζωή δε ζητά να είναι όλα τακτοποιημένα
Ας σκεφτούμε πόσες φορές ακυρώσαμε κάτι ευχάριστο επειδή «δεν είχαμε το μυαλό μας». Πόσες φορές περάσαμε ένα ολόκληρο απόγευμα κοιτάζοντας το κινητό, περιμένοντας μια ειδοποίηση που τελικά δεν ήρθε. Πόσες όμορφες στιγμές ζήσαμε με το ένα πόδι στο παρόν και το άλλο σε ένα υποθετικό μέλλον. Και πόσες φορές, όταν επιτέλους ήρθε η απάντηση που περιμέναμε, ανακαλύψαμε ότι δεν αισθανθήκαμε την ανακούφιση που φανταζόμασταν.
Γιατί στο μεταξύ είχε ήδη εμφανιστεί μια καινούργια αβεβαιότητα. Η πραγματικότητα είναι πως δε θα υπάρξει κάποια μαγική Δευτέρα κατά την οποία όλα θα έχουν λυθεί, όλοι θα μας έχουν καταλάβει, οι σχέσεις μας θα είναι ξεκάθαρες και ο τραπεζικός λογαριασμός μας θα συμφωνεί επιτέλους με τα σχέδιά μας. Κι αν υπάρξει, καλό θα ήταν να ελέγξουμε μήπως κοιμόμαστε.
Η ζωή δε λειτουργεί με την προϋπόθεση ότι πρώτα πρέπει να ολοκληρωθούν όλες οι εκκρεμότητες. Συμβαίνει παράλληλα με αυτές.
Κι αν δεν ξεκαθαρίσουν ποτέ;
Ίσως αυτό να είναι το πιο δύσκολο ενδεχόμενο να αποδεχτούμε. Ότι κάποια ερωτήματα δε θα απαντηθούν. Κάποιες εξηγήσεις δε θα δοθούν. Κάποιες αποφάσεις θα αργήσουν περισσότερο απ’ όσο αντέχουμε και ορισμένες ιστορίες θα μείνουν χωρίς το τέλος που φανταστήκαμε. Δν σημαίνει ότι δεν άξιζαν την προσπάθεια ή ότι δε μας επηρέασαν βαθιά. Σημαίνει απλώς ότι δεν μπορούμε να αναθέτουμε σε μια μελλοντική απάντηση ολόκληρη την ευθύνη για το αν θα είμαστε καλά σήμερα. Μπορούμε να συνεχίσουμε να ελπίζουμε χωρίς να μένουμε ακίνητοι. Να θέλουμε κάτι πολύ χωρίς να οργανώνουμε όλη μας την ύπαρξη γύρω από την απουσία του. Να αφήνουμε χώρο σε μια πιθανότητα χωρίς να της παραχωρούμε ολόκληρο το σπίτι. Και κυρίως, να θυμόμαστε ότι το να συνεχίζουμε τη ζωή μας δε σημαίνει πως εγκαταλείπουμε όσα μας ενδιαφέρουν.
Σημαίνει, τελικά, ότι δεν εγκαταλείπουμε τον εαυτό μας όσο τα περιμένουμε. Γιατί κάποια στιγμή θα χρειαστεί να απαντήσουμε σε μια ερώτηση πολύ πιο ουσιαστική από το «πότε θα ξεκαθαρίσουν τα πράγματα;». Αν δεν ξεκαθαρίσουν σύντομα, πόση ακόμη ζωή είμαστε διατεθειμένοι να αφήσουμε να περάσει μέχρι τότε; Και μήπως, η μεγαλύτερη αλλαγή δεν είναι να πάρουμε όλες τις απαντήσεις, αλλά να σταματήσουμε να θεωρούμε ότι χρειαζόμαστε όλες τις απαντήσεις για να αρχίσουμε να ζούμε;
