Η νευροεπιστήμη της αντίληψης του χρόνου και γιατί η ρουτίνα σβήνει τις αναμνήσεις
Υπάρχει κάτι σχεδόν παράλογο στον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε τον χρόνο. Όταν είμαστε παιδιά, μια μέρα μπορεί να μοιάζει τεράστια. Το καλοκαίρι δεν είναι μια εποχή· είναι ένας ολόκληρος κόσμος που πρέπει κάποτε να τελειώσει. Οι διακοπές των Χριστουγέννων μοιάζουν ατελείωτες, μια εβδομάδα αναμονής για κάτι σημαντικό μοιάζει αιώνας και ένας χρόνος είναι τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, που σχεδόν δεν μπορείς να φανταστείς τον εαυτό σου στο τέλος του. Κι ύστερα μεγαλώνεις. Ξαφνικά οι μήνες αρχίζουν να εξαφανίζονται. Ο Ιανουάριος γίνεται Αύγουστος, το καλοκαίρι γίνεται Χριστούγεννα και κάποια στιγμή πιάνεις τον εαυτό σου να λέει εκείνη την πρόταση που λένε όλοι και κανείς δεν μπορεί πραγματικά να εξηγήσει: «Πότε πέρασε τόσο γρήγορα ο καιρός;»
Το περίεργο είναι ότι ο χρόνος δεν πέρασε γρηγορότερα. Δεν άλλαξε ο ρυθμός του κόσμου επειδή μεγαλώσαμε. Ένα λεπτό εξακολουθεί να είναι ένα λεπτό. Η ημέρα έχει ακόμη είκοσι τέσσερις ώρες. Αυτό που αλλάζει είναι ο τρόπος με τον οποίο ο εγκέφαλος αντιλαμβάνεται και, κυρίως, θυμάται τον χρόνο. Γιατί ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν καταγράφει τη ζωή σαν κάμερα ασφαλείας. Δεν κρατά ένα τέλειο αρχείο κάθε ώρας, κάθε ημέρας και κάθε Τρίτης που πέρασε. Επιλέγει. Φιλτράρει. Συμπυκνώνει. Και όσο μεγαλώνουμε, αυτός ο μηχανισμός μπορεί να κάνει ολόκληρες περιόδους να μοιάζουν σαν να εξαφανίστηκαν.
Ίσως αυτός είναι ένας από τους λόγους που τα παιδικά χρόνια μοιάζουν τόσο μεγάλα όταν τα θυμόμαστε. Ήταν χρόνια γεμάτα πρωτόγνωρες εμπειρίες. Το πρώτο σχολείο, το πρώτο ταξίδι, οι πρώτες φιλίες, η πρώτη φορά που κοιμήθηκες μακριά από το σπίτι, η πρώτη μεγάλη απογοήτευση, η πρώτη φορά που κατάλαβες ότι κάποιος μπορεί να σε πληγώσει, η πρώτη φορά που ένιωσες πραγματικά ερωτευμένος. Ο εγκέφαλος συναντούσε συνεχώς κάτι που δεν είχε ξανασυναντήσει. Και όταν κάτι είναι καινούργιο, απαιτεί προσοχή. Η προσοχή αυξάνεται, η επεξεργασία γίνεται πιο έντονη και η μνήμη αποκτά περισσότερα σημεία αναφοράς.
Αργότερα, η ζωή αρχίζει να αποκτά μοτίβα. Ξυπνάς την ίδια ώρα, κάνεις περίπου την ίδια διαδρομή, πηγαίνεις στη δουλειά, επιστρέφεις σπίτι, βλέπεις τους ίδιους ανθρώπους, κάνεις περίπου τις ίδιες συζητήσεις και επαναλαμβάνεις μικρές τελετουργίες που κάποτε θα σου φαίνονταν απίστευτα μονότονες. Και το παράξενο είναι ότι η ρουτίνα μπορεί να είναι ταυτόχρονα αυτό που μας κρατά σταθερούς και αυτό που κάνει τον χρόνο να μοιάζει ότι εξαφανίζεται.
Ο εγκέφαλος έχει καλό λόγο να μην αντιμετωπίζει κάθε επανάληψη σαν καινούργια πληροφορία. Αν έπρεπε να δίνει την ίδια προσοχή σε κάθε γνώριμη διαδρομή, κάθε γνώριμο δωμάτιο και κάθε γνώριμη διαδικασία, θα σπαταλούσε τεράστιους πόρους. Έτσι μαθαίνει να αυτοματοποιεί. Αυτό που γνωρίζει καλά περνά σταδιακά στο παρασκήνιο. Δεν χρειάζεται να θυμάσαι συνειδητά κάθε στροφή του δρόμου προς τη δουλειά. Δεν χρειάζεται να αποθηκεύσεις λεπτομερώς τον καφέ που ήπιες την περασμένη Τρίτη ή τη συζήτηση που έκανες για πολλοστή φορά με τον ίδιο άνθρωπο. Ο εγκέφαλος λέει, με έναν τρόπο σχεδόν κυνικό: αυτό το έχω ξαναδεί.
Και ακριβώς εκεί αρχίζει το παιχνίδι της μνήμης.
Όταν κοιτάζουμε πίσω μια περίοδο, δεν τη βιώνουμε ξανά. Την ανακατασκευάζουμε. Η μνήμη δεν είναι αρχείο· είναι διαδικασία. Γι’ αυτό μια εβδομάδα γεμάτη καινούργιες εμπειρίες μπορεί να φαίνεται τεράστια εκ των υστέρων, ενώ έξι μήνες μιας σχεδόν πανομοιότυπης καθημερινότητας μπορούν να συμπιεστούν σε μια ανάμνηση που μοιάζει να κρατάει ελάχιστα. Δεν σημαίνει ότι εκείνοι οι έξι μήνες δεν είχαν γεγονότα. Σημαίνει ότι είχαν λιγότερα διακριτά σημεία που μπορούσε ο εγκέφαλος να χρησιμοποιήσει όταν προσπάθησε αργότερα να ανακατασκευάσει την περίοδο.
Εδώ βρίσκεται ίσως και η πιο ενδιαφέρουσα αντίφαση της ανθρώπινης αντίληψης του χρόνου. Μια βαρετή ώρα μπορεί να μοιάζει ατελείωτη όταν τη ζεις, αλλά μια ολόκληρη περίοδος βαρεμάρας μπορεί να μοιάζει αστραπιαία όταν την κοιτάξεις από απόσταση. Το παρόν και η ανάμνηση δεν συμφωνούν πάντα. Η ώρα που περιμένεις κάτι μπορεί να μην περνά με τίποτα. Όμως, μήνες αργότερα, εκείνη η περίοδος μπορεί να μην έχει σχεδόν καθόλου περίγραμμα στη μνήμη σου. Σαν να πέρασε από τη ζωή σου χωρίς να αφήσει αρκετές γρατζουνιές.
Η νευροεπιστήμη μάς βοηθά να καταλάβουμε γιατί συμβαίνει αυτό, αλλά δεν μπορεί να εξαντλήσει την εμπειρία. Η αντίληψη του χρόνου συνδέεται με διαφορετικά εγκεφαλικά συστήματα που σχετίζονται με την προσοχή, τη μνήμη, την κίνηση, την πρόβλεψη και τη συναισθηματική κατάσταση. Δεν υπάρχει ένα μοναδικό «ρολόι» μέσα στον εγκέφαλο που μετράει τις ώρες όπως ένα ρολόι στον τοίχο.
Γι’ αυτό και η ίδια χρονική διάρκεια μπορεί να βιωθεί με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Πέντε λεπτά αναμονής σε ένα νοσοκομείο μπορεί να μοιάζουν ατελείωτα. Πέντε λεπτά σε μια συζήτηση που σε απορροφά μπορούν να εξαφανιστούν. Μια δύσκολη μέρα μπορεί να φαίνεται ατελείωτη ενώ συμβαίνει και ασήμαντη όταν περάσει. Η αντικειμενική διάρκεια και η ψυχολογική διάρκεια δεν είναι το ίδιο πράγμα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να μετατρέψουμε τη ζωή σε μια ασταμάτητη αναζήτηση εμπειριών. Δεν χρειάζεται κάθε εβδομάδα να υπάρχει ένα ταξίδι, μια καινούργια σχέση, μια μετακόμιση ή κάποια δραματική αλλαγή για να αισθανθούμε ζωντανοί. Η καινοτομία μπορεί να είναι πολύ πιο μικρή. Ένας διαφορετικός δρόμος, μια νέα δραστηριότητα, μια συζήτηση που δεν είχες το θάρρος να κάνεις, ένα βιβλίο που σε ανάγκασε να δεις κάτι διαφορετικά, ένας άνθρωπος που γνώρισες πραγματικά αντί απλώς να τον προσπεράσεις. Δεν χρειάζεται η ζωή να γίνει θεαματική. Χρειάζεται κάποιες φορές να γίνει ξανά παρατηρήσιμη.
Γιατί ίσως αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα με τη ρουτίνα. Δεν είναι ότι βαριόμαστε. Είναι ότι κάποια στιγμή σταματάμε να προσέχουμε. Και όταν σταματάμε να προσέχουμε, ένα κομμάτι της ζωής περνά χωρίς να εγγράφεται με την ίδια ένταση μέσα μας. Μπορεί να είμαστε παρόντες σωματικά και απώντες ψυχολογικά. Να κάνουμε τα πάντα σωστά και, παρ’ όλα αυτά, όταν περάσουν οι μήνες να αισθανόμαστε ότι δεν συνέβη τίποτα.
Ίσως γι’ αυτό η ενηλικίωση έχει αυτή την παράξενη αίσθηση επιτάχυνσης. Όσο μεγαλώνουμε, αυξάνονται οι επαναλήψεις και μειώνονται οι πρώτες φορές. Ξέρουμε περισσότερα, προβλέπουμε περισσότερα, εκπλησσόμαστε λιγότερο. Κι αυτό είναι ένα από τα προνόμια της ηλικίας, αλλά έχει και ένα κόστος: ο εγκέφαλος χρειάζεται λιγότερη προσοχή για να περάσει μέσα από την καθημερινότητα.
Και κάπου εκεί μπορεί να βρίσκεται η πιο σκληρή αλήθεια για τον χρόνο. Δεν είναι απαραίτητα ότι μεγαλώνοντας έχουμε λιγότερο χρόνο. Είναι ότι έχουμε περισσότερες μέρες που μοιάζουν μεταξύ τους.
Ίσως, λοιπόν, αυτό που μας τρομάζει όταν κοιτάμε πίσω δεν είναι ότι τα χρόνια πέρασαν γρήγορα. Είναι ότι πολλές φορές δεν μπορούμε να θυμηθούμε πού ακριβώς πήγαν. Κάποιες περίοδοι μοιάζουν τεράστιες επειδή είναι γεμάτες εικόνες, ανθρώπους, συναισθήματα και αλλαγές. Άλλες εξαφανίζονται σχεδόν ολοκληρωτικά, επειδή ο εγκέφαλος δεν βρήκε αρκετό καινούργιο υλικό για να τις ξεχωρίσει.
Και τότε η ερώτηση αλλάζει. Δεν είναι πια «γιατί περνάει τόσο γρήγορα ο χρόνος όσο μεγαλώνουμε;». Είναι κάτι πολύ πιο προσωπικό και, ίσως, πολύ πιο άβολο:
Όταν κάποτε κοιτάξεις πίσω τη ζωή σου, πόσα χρόνια θα θυμάσαι πραγματικά — και πόσα απλώς θα ξέρεις ότι πέρασαν;
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη
