«Πώς είσαι;»

«Καλά.»

Είναι ίσως η πιο συνηθισμένη απάντηση της εποχής μας. Και, πολλές φορές, η λιγότερο αληθινή. Δεν λέμε πάντα «είμαι καλά» επειδή είμαστε. Το λέμε επειδή είναι πιο εύκολο. Πιο γρήγορο. Πιο βολικό. Για εμάς και για τους άλλους.

Γιατί η αλήθεια θέλει χρόνο. Θέλει έναν άνθρωπο που να είναι διατεθειμένος να ακούσει και έναν άλλον που να νιώθει αρκετά ασφαλής ώστε να μιλήσει. Κι εμείς έχουμε μάθει να ζούμε σε μια εποχή που βιάζεται. Μια εποχή όπου όλα πρέπει να είναι σύντομα. Τα μηνύματα. Οι συζητήσεις. Οι απαντήσεις. Ακόμη και τα συναισθήματα. Το «είμαι καλά» χωράει σε δύο λέξεις. Το «δεν είμαι καλά» χρειάζεται μια ολόκληρη κουβέντα. Και όλο και λιγότεροι πιστεύουμε ότι υπάρχει χώρος γι’ αυτήν.

Κάποτε η ερώτηση «Πώς είσαι;» ήταν πρόσκληση για συζήτηση. Σήμερα, συχνά είναι μια τυπική ευγένεια. Μια φράση που περιμένει μια εξίσου τυπική απάντηση.

Κι έτσι μάθαμε να λειτουργούμε αντί να νιώθουμε. Να αντέχουμε αντί να παραδεχόμαστε ότι κουραστήκαμε. Να χαμογελάμε αντί να εξηγούμε.

Σιγά σιγά αρχίσαμε να πιστεύουμε ότι η αξία μας μετριέται από το πόσο αντέχουμε. Ότι όσο πιο κουρασμένοι είμαστε, τόσο πιο χρήσιμοι είμαστε. Ότι το να συνεχίζεις χωρίς να λυγίζεις είναι απόδειξη δύναμης. Κι έτσι, χωρίς να το καταλάβουμε, αρχίσαμε να χειροκροτούμε την εξάντληση σαν να ήταν επίτευγμα.

Δεν είναι ότι οι άνθρωποι έπαψαν να πονάνε. Έμαθαν να πονάνε σιωπηλά.

Το παράδοξο είναι πως ποτέ άλλοτε δεν μιλούσαμε τόσο πολύ και δεν λέγαμε τόσο λίγα. Δημοσιεύουμε στιγμές, φωτογραφίες, σκέψεις, ιστορίες. Ενημερώνουμε τους πάντες για το πού βρισκόμαστε. Σπανιότερα όμως για το πώς πραγματικά είμαστε. Η επικοινωνία πολλαπλασιάστηκε. Η σύνδεση όχι.

Κι όμως, θα ήταν εύκολο να κατηγορήσουμε μόνο την εποχή. Η αλήθεια είναι πιο άβολη. Δεν είναι μόνο ότι οι άλλοι δεν ρωτούν. Είναι ότι κι εμείς απαντάμε ψέματα. Γιατί πολλές φορές δεν θέλουμε να μας δουν ευάλωτους. Θέλουμε να μας βλέπουν δυνατούς. Παραγωγικούς. Χαμογελαστούς. Κι έτσι, γινόμαστε συνένοχοι στην ίδια κουλτούρα που κάποτε μας πλήγωσε.

Η καθημερινότητα μάς έπεισε ότι η εξάντληση είναι φυσιολογική. Ότι το να μην προλαβαίνεις είναι επιτυχία. Ότι όσο περισσότερο εξαντλείσαι, τόσο περισσότερο αξίζεις.

Κάπως έτσι, το «είμαι καλά» έγινε σχεδόν η επίσημη γλώσσα της εποχής μας. Κάποια στιγμή σταματάς να λες «είμαι καλά» στους άλλους. Αρχίζεις να το λες και στον ίδιο σου τον εαυτό. Μέχρι που δυσκολεύεσαι να ξεχωρίσεις αν προσποιείσαι ή αν απλώς συνήθισες.

Δεν φοβόμαστε πάντα να πούμε την αλήθεια. Φοβόμαστε μήπως κανείς δεν έχει χρόνο να την ακούσει. Γιατί πολλές φορές δεν φοβόμαστε ότι δεν θα μας καταλάβουν. Φοβόμαστε ότι θα μας ακούσουν βιαστικά.

Και ίσως αυτό να είναι το πιο μοναχικό συναίσθημα της εποχής μας. Όχι ότι δεν υπάρχουν άνθρωποι γύρω μας. Αλλά ότι πολλές φορές νιώθουμε πως δεν υπάρχει χώρος για να αφήσουμε για λίγο κάτω το βάρος που κουβαλάμε. Έτσι συνεχίζουμε. Όχι επειδή είμαστε καλά. Αλλά επειδή δεν μάθαμε ποτέ τι άλλο να κάνουμε.

Κι όμως, υπάρχουν άνθρωποι που δεν χρειάζονται λύσεις. Χρειάζονται μόνο έναν άνθρωπο που να αντέχει την αληθινή τους απάντηση.

Ίσως η μεγαλύτερη φτώχεια της εποχής μας να μην είναι η έλλειψη χρόνου. Είναι η έλλειψη χώρου για ειλικρίνεια.

Ρωτάμε «πώς είσαι;» από συνήθεια. Απαντάμε «καλά» από άμυνα.

Ίσως γι’ αυτό, όταν κάποιος απαντήσει ειλικρινά, αμηχανεύει τους πάντες. Δεν ξέρουμε πώς να αντιδράσουμε. Βιαζόμαστε να δώσουμε συμβουλές. Να αλλάξουμε θέμα. Να διορθώσουμε το συναίσθημα. Λες και το να μην είναι κάποιος καλά είναι πρόβλημα που πρέπει να λυθεί αμέσως και όχι μια αλήθεια που αξίζει πρώτα να ακουστεί.

Και κάπου ανάμεσα στο «Πώς είσαι;» και στο «Καλά», χάνονται ολόκληροι άνθρωποι. Όχι επειδή κανείς δεν  τους ρώτησε. Αλλά επειδή κανείς δεν έμεινε αρκετή ώρα για να ακούσει την πραγματική απάντηση.

Δεν χρειάζεται να είμαστε καλά κάθε μέρα. Χρειάζεται να μπορούμε να το πούμε όταν δεν είμαστε.

Ίσως κάπου σήμερα ένας άνθρωπος να απάντησε “καλά”, να χαμογέλασε, να έκλεισε το τηλέφωνο και λίγα λεπτά αργότερα να ξέσπασε σε κλάματα. Κανείς δεν θα το μάθει. Γιατί η απάντηση ειπώθηκε. Η αλήθεια όχι.

Δεν έχουμε ξεχάσει να μιλάμε. Έχουμε ξεχάσει να ακούμε. Γιατί το να ακούσεις πραγματικά κάποιον σημαίνει να αντέξεις και όσα δεν είναι ευχάριστα. Να μη βιαστείς να τα διορθώσεις. Να μη βιαστείς να τα μικρύνεις. Να μείνεις εκεί. Και αυτό, σήμερα, μοιάζει σχεδόν πολυτέλεια.

Γιατί κάποτε η ευγένεια ήταν να ρωτάς:

«Πώς είσαι;»

Σήμερα η πραγματική ευγένεια είναι να μπορείς να μείνεις εκεί… όταν η απάντηση δεν χωράει μέσα στη λέξη «καλά».

Συντάκτης: Virtual Unreality