Μπακούρι ή μπάκουρας. Ουσιαστικό γένους ουδετέρου ή αρσενικού κατά την παραλλαγή που χρησιμοποιείται για να περιγράψει το άτομο που είναι μόνο του. Αλήθεια, εσύ που τώρα διαβάζεις αυτό το άρθρο, έχεις κάνει ποτέ μπακούρι; Έχεις νιώσει ποτέ σου μπακούρι; Ναι; Για έλα να το συζητήσουμε λίγο, σε παρακαλώ. Θα ήθελα να σου πω το πρόβλημά μου.

Προχθές το βράδυ το λοιπόν, σε μια από τις πολλές ταβανοθεραπείες μου, έκανα μια αναδρομή στις μέχρι τώρα σχέσεις της ζωής μου. Θέλεις να σου πω το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα; Πως όχι απλώς έκανα ή νιώθω μπακούρι, αλλά γεννήθηκα μπακούρι. Για την ηλικία μου ας πούμε, δε με λες πιτσιρικά αλλά ούτε και κανένα ραμολί, θα έλεγα πως έχω κάνει έναν φυσιολογικό αριθμό σχέσεων. Και ξέρεις ποτέ δεν έμπλεκα σε σχέσεις αυτό που λέμε εφήμερες ή της πλάκας. Πάντα έβλεπα σοβαρά τους δεσμούς μου. Καμία όμως ρε γαμώτο δε στέριωσε! Και ερωτώ. Γιατί; Το δε πιο κουλό της υπόθεσης ξέρεις πιο είναι; Τρέχω ένα μικρό αλλά πραγματικά αξιοπερίεργο σερί. Έχω παντρέψει τις δυο τελευταίες πρώην μου! Αφού σκέφτομαι να το κάνω επάγγελμα. «Είσαι κοπέλα και θέλεις να παντρευτείς. Φτιάξ’ τα μαζί μου. Ο επόμενος θα είναι ο σύζυγός σου. Τιμές λογικές. Εγγυημένα αποτελέσματα.». Ε, να βγάλω και κανένα ψιλό ρε φίλε.

Λογικά τώρα θα σκέφτεσαι «εντάξει, φαντάσου πόσο χάλιας παίζει να είναι αυτός τώρα ή πόσο κρετίνος, για να μη μπορεί να στεριώσει κοπέλα στο πλάι του». Όχι ρε παιδιά. Συμπαθητικός είμαι. Σχεδόν γλυκούλης. Κι αν δε με δουλεύουν αυτοί που με γνωρίζουν, λένε καλά λόγια για ‘μένα. Καθαρό παιδί είμαι, όλα καλά. Τη δουλίτσα μου την έχω. ‘Ντάξει, θα μου πεις είσαι κοντούλης. Ναι το παραδέχομαι. Αλλά να σου πω κάτι; Δεν είμαι και κανένας τάπας! Άλλωστε όλες ψάχνουν τον δίμετρο άντρα; Αλλά αυτό είναι αυτό που λέμε κοινωνικός ρατσισμός. Δείτε τον αυτόν. Γεννήθηκε κοντός. Στον Καιάδα!

Και ξέρεις, όλο αυτό το πακέτο γίνεται ακόμα χειρότερο όταν για κακή μου τύχη πετυχαίνω στο δρόμο συμμαθητές και παλιούς φίλους που με τον καιρό έχουμε χαθεί. Στο χέρι τους κρατάνε ένα παιδάκι που στην καλύτερη περίπτωση είναι ακόμα νήπιο. Η βέρα στο δεξί χέρι μαρτυράει πως όχι μόνο βρήκαν το ταίρι τους, αλλά το παντρεύτηκαν κιόλας. Για την περίπτωση που το παιδί τους απλώς περπατάει δίπλα τους και ενίοτε μου ρίχνει και λίγο ύψος παραπάνω από το δικό μου, καλά δεν το συζητάμε. Να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Κι εγώ κρατώντας έναν καφέ, χωρίς βέρα στο χέρι να πρέπει να απαντήσω στο ερώτημα «Δημήτρη! Τι κάνεις; Πού βρίσκεσαι, δουλεύεις; Παντρεύτηκες;». Δηλαδή ρε μεγάλε, πώς με κόβεις! Εσύ με το παιδί σου κι εγώ με τον καφέ μου. Τι δεν καταλαβαίνεις. Η υπέρτατη ξεφτίλα.

Θυμάμαι τη γιαγιά μου που κάποτε μου είχε πει το εξής: ο Θεός άλλους τους έπλασε και άλλους τους έκλασε. Α ρε γιαγιά, καλή σου ώρα εκεί που είσαι, πόσο δίκιο είχες. Σοφή κουβέντα. Μέσα από τη ζωή βγαλμένη. Κι έρχομαι εγώ ο εγγονός σου να σε επιβεβαιώσω. Βλέπεις εγώ γιαγιάκα μου, ανήκω στη δεύτερη κατηγορία. Δε βαριέσαι. Τα γατάκια μου να ‘ναι καλά. Αυτά τουλάχιστον με αγαπάνε όπως είμαι. Θα γεράσω μαζί τους. Και το ταίρι; Αν είναι να έρθει ας έρθει. Αλλιώς ας προσπεράσει. Ε, δε θα σκάσω κιόλας!

 

 

Συντάκτης: Δημήτρης Ευσταθιάδης
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου