Ο όρος Slow Tourism άρχισε να αναγνωρίζεται ως εξειδικευμένη μορφή τουρισμού στις αρχές του εικοστού αιώνα και σχετίστηκε με τη φιλοσοφία του Slow Food και του Cittάslow. Λειτουργεί ως αισθητήρας της ευαισθητοποίησης των ηθικών αρχών, ανακουφίζει από το άγχος και το στρες της κοσμοσυρροής και δίνει την πολυτέλεια του χρόνου έτσι ώστε ο ταξιδευτής να έρθει σε επαφή με τον εαυτό του και το ταξίδι.

Θεωρείται μια νέα τάση αλλά ουσιαστικά προϋπήρχε. Σαν τουρισμός υπαίθρου εμφανίστηκε για πρώτη φορά τη δεκαετία του ΄60 στην Η.Π.Α. (Farm/ranch tourism). Μετά την πανδημική κρίση που χτύπησε την τελευταία διετία καθώς και την κλιματική αλλαγή, εμφανίστηκε ξανά στο προσκήνιο ως μοντέλο ανάπτυξης προς την κατεύθυνση του βιώσιμου τουρισμού υιοθετώντας έναν νέο τρόπο σκέψης στον ταξιδιώτη. Αλλά ας το πάρουμε από την αντίθετη φορά.

Η λέξη overtourism χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον για να περιγράψει τον υπερβολικό τουρισμό που έχει αρνητικό αντίκτυπο στο περιβάλλον αλλά και στον άνθρωπο. Προορισμοί όπως Ρώμη, Ντουμπάι, Χαβάη, Σαντορίνη, πλημμυρίζουν με κόσμο από το πρωί ως το βράδυ και δεν αφήνουν τον τουρίστα αλλά και τον τόπο να ανασάνει. Συνέπεια της δράσης όμως είναι η αντίδραση, πράγμα που σημαίνει ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι ζητούν να ταξιδεύουν σε μέρη με αντίθετα χαρακτηριστικά. Η λογική του «λίγο από όλα» που περικλείεται στα ταξιδιωτικά πακέτα (λίγο μουσείο, λίγο θάλασσα, λίγο ξενάγηση) κι αποτελεί τη βάση που επί σειρά ετών στήνονταν οι διακοπές, έχει απέναντί της έναν ταξιδιώτη που πλέον θέλει να εμβαθύνει στις ανάγκες του και να αφήσει ένα θετικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα.

 

Για να το κατανοήσουμε όμως, ας δούμε όμως κάποιες διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στον Slow και στον Mainstream Τουρισμό.

Στο παρελθόν η παγκόσμια κοινότητα έθετε στόχους ανάπτυξης δίνοντας μικρή σημασία στο περιβάλλον. Αντίθετα σήμερα φαίνεται η πρόθεση για την προστασία του. Διαφοροποιείται λοιπόν ο τρόπος σκέψης που αφορά στις μετακινήσεις. Τα μέσα μαζικής μεταφοράς δεν περιορίζονται πλέον σε Low cost  εταιρείες και σε ενοικιάσεις αυτοκινήτων. Το λεωφορείο αλλά και το τρένο βρίσκουν τη θέση τους. Με τους πολλαπλούς ελέγχους στα αεροδρόμια και με τον περιορισμό αποσκευών, ιδίως από τις εταιρείες χαμηλού κόστους, η διαδικασία αρχίζει και κουράζει. Στη Γαλλία για παράδειγμα, υπάρχουν λεωφορεία που κάνουν οινογαστρονομικές ξεναγήσεις και νομίζεις ότι βρίσκεσαι σε ένα υψηλών προδιαγραφών εστιατόριο με δερμάτινα καθίσματα, ασύρματο ίντερνετ  και leg room που πραγματικά σε εντυπωσιάζει δείχνοντας παράλληλα και την eco-friendly στάση σου.

Η διαμονή δεν περιορίζεται μόνο σε μεγάλα ξενοδοχεία αλλά και σε μικρές μονάδες που δίνουν το χρώμα της περιοχής, στηρίζοντας ταυτόχρονα την διατήρηση των ηθών κι εθίμων του εκάστοτε συνόλου. Το φαγητό από την άλλη είναι το μεγάλο στοίχημα καθώς απομακρύνονται οι ταξιδιώτες ολοένα και περισσότερο από την εξυπηρέτηση των ταχυφαγείων κι αναζητούν τοπικά προϊόντα που συνδέονται με τη μνήμη και την ιστορία του τόπου. Η μεγάλη διαφορά όμως, δημιουργείται στο contact που αναπτύσσουν στο κάθε μέρος, καθώς ψάχνουν τον τόπο με διαφορετική ματιά κι είναι ανοιχτοί στην οποιαδήποτε ισχυροποίηση δεσμών με τους ντόπιους.

Πώς όμως εμπνέεται ένας τέτοιου είδους ταξιδιώτης; Αρχικά από τα βιβλία και μετά από το ίντερνετ. Επιδιώκει το τηλέφωνο για την επικοινωνία του ή το email από ό,τι μια πλατφόρμα κρατήσεων. Δεν απευθύνεται σε κάποιον tour operator αν δεν είναι απαραίτητο και χρησιμοποιεί τον πατροπαράδοτο χάρτη αντί μια εφαρμογή ενός smartphone για την εξερεύνηση του τόπου. Τέλος, κάνει αποσύνδεση από το μαγικό ψηφιακό κόσμο κι αποκλειστική σύνδεση με τον προορισμό του.

Οπότε, στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος έρχονται πλέον αποδράσεις που διαθέτουν ιδιαίτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά, όπως η ομορφιά του φυσικού περιβάλλοντος, οι ιδιαίτερες παραδόσεις ενός κοινωνικού ιστού, καθώς και ο διατροφικός πολιτισμός που αναζητά υψηλής ποιότητας προϊόντα που παράγονται σε συγκεκριμένες περιοχές. Δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια ευέλικτη ατζέντα χρόνου που δεν περιορίζει σε ένα αυστηρό χρονικά πρόγραμμα. Σε αυτές τις διαδρομές γεννιέται η αυθεντικότητα που δεν περιορίζεται από ένα επαναλαμβανόμενο global μοτίβο. Συνήθως, τέτοιου τύπου εξορμήσεις σου αφήνουν αξέχαστες αναμνήσεις και μέσα από τη σφαίρα δεσμών που αρχίζεις με άλλες κουλτούρες ανακαλύπτεις έναν νέο άνθρωπο μέσα σου. Σίγουρα δεν επιστρέφεις ίδιος.

Βέβαια, πάνω σε όλα αυτά θα πρέπει να συνηγορήσω με αυτούς που χτυπάνε το καμπανάκι για να μην αλλοιωθούν μικρές πόλεις από ένα ήπιο τουριστικό προφίλ που διαφημίζουν. Είναι πολύ εύκολο να επέλθει κορεσμός σε μια μη τουριστική περιοχή και να συμβεί ακριβώς το αντίθετο από αυτό που θέλει να προωθήσει.

Όσο περισσότερο χρόνο διαθέσεις όταν επισκεφτείς έναν τόπο, τόσο περισσότερο θα νιώσεις τη μουσική που ακούγεται στο γλυκό αέρα της κι είναι βγαλμένη από τα σπλάχνα της.

 

Θέλουμε και τη δική σου άποψη!

Στείλε το άρθρο σου στο info@pillowfights.gr και μπες στη μεγαλύτερη αρθρογραφική ομάδα!

Μάθε περισσότερα ΕΔΩ!

Συντάκτης: Μόνικα Καράμπεη
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου