Εκείνη η ερωτική επιστολή που κάποτε τόλμησες κι έστειλες. Ή εκείνη που έμεινε αποθηκευμένη σε κάποια πρόχειρα να τη σκονίζουν οι αμφιβολίες. Αυτόματες καταγραφές ή δομημένες εξομολογήσεις, είναι τα δικά σας αληθινά ερωτικά γράμματα και τα θέλουμε. Τόλμησε να τα μοιραστείς μαζί μας και με το πρόσωπο που απευθύνονται. Τα περιμένουμε στο info@ pillowfights.gr με τίτλο «Συστημένα».

 

Εικοστή πρώτη του Μαρτίου. Ημέρα γενεθλίων. Ημέρα αναγέννησης για την ακρίβεια. Η στιγμή που ένιωσα να ξεκινάω ξανά και αυτό γιατί με βρήκες ή και σε βρήκα. Τι σημασία έχει ποιος το ξεκίνησε; Απορία που δεν τίθεται προς ερώτηση και δεν ψάχνει διευκρίνηση. Ήταν πάντως τότε που η ιστορία μας ξεκίνησε να γράφεται και που το μέλλον μόνο θα έδειχνε αν θα εξελισσόταν σε κάτι αρκετά δυνατό για να μας ανυψώσει ή σε φθορά αδύνατη να διορθωθεί. Ήταν η αφετηρία κάτι άξιου αναφοράς και προσπάθειας. Ήταν η ημέρα που σε γνώρισα.

Περίεργη κατάσταση θα έλεγαν πολλοί και μέσα σε αυτούς ήμασταν κι εμείς οι δύο. Αλλόκοτο μα και ελκυστικό, θεέ μου, τόσο ελκυστικό που η αντίσταση δεν έμοιαζε να είναι καν στη λίστα με τις επιλογές. Ή παράδοση όμως άνευ όρων δέσποζε αρκετά ψηλά και την επέλεξα με κλειστά τα μάτια αφού είχα πειστεί πως η κατάσταση το άξιζε. Μάλλον όμως έκανα λάθος, όπως έκανες κι εσύ. Λάθος της λογικής και του μυαλού ή λάθος των ανεβασμένων παλμών που μας προσφέρονταν απλόχερα. Λάθος. Βασισμένο όμως στην ευπιστία που δημιούργησαν όλα τα συναισθήματα.

Τέλη Αυγούστου, εκεί που όλα τελείωσαν. Εκεί που άρχισα να ψάχνω μετά μανίας αλλού να βρω στιγμές όμοιες με τις δικές μας. Μα τίποτε δε θύμιζε το μεταξύ μας. Τίποτε δεν έμοιαζε παρόμοιο, τίποτε δεν ήταν εσύ, τίποτε δεν ήμουν εγώ. Μα κοίτα να δεις πώς τα έφερε η ζωή και ο χρόνος και πάλι βρεθήκαμε.  Σε τόπο διαφορετικό από εκείνον που είχαμε ζήσει το πρώτο μέρος της ιστορίας μας και σε στιγμή τόσο αλλιώτικη που έκανε τα πάντα να μοιάζουν σαν κάτι καινούριο. Μόνο το συναίσθημα έμεινε αδιάλλακτα το ίδιο.

Βρεθήκαμε λοιπόν. Ίσως για τελευταία φορά, ίσως και όχι. Έτσι είχαμε πει τότε, έτσι λέμε και τώρα. Ξαναβρήκαμε όλα εκείνα που ψάχναμε αλλού και είχαμε πειστεί πως ούτε για αστείο δε θα ξαναπετύχουμε. Που λέγαμε στον εαυτό μας πως καλύτερα να βγάλει από το μυαλό του, γιατί ίσως τελικά να μην ήτανε και τίποτα πέρα από ένα δημιούργημα της φαντασίας. Τα βρήκαμε πάλι όλα, τα νιώσαμε και ξαναγυρίσαμε σε μία στιγμή στο τότε.

Τελευταία νύχτα πριν γυρίσω πίσω, τελευταία νύχτα μαζί και πάλι. Το τοπίο βροχερό, θαμπό, πάνω κάτω όπως και εμείς. Το τρέμουλο στα σώματά μας σχεδόν απόκοσμο, ο ηλεκτρισμός διαπεραστικός, το κλίμα εύφορο και εμείς εκεί να το απολαμβάνουμε στο έπακρο για μια τελευταία, ή και όχι, φορά. Καθώς ήταν ήδη αργά, ήρθε η στιγμή να πάρουμε ξανά αντίθετους δρόμους. Ένα φιλί για αντίο κάτω από εκείνη τη βροχή που μας μούσκεψε μέχρι το κόκκαλο και έφυγε ο καθένας προς την κατεύθυνσή του.

Μια βραδιά που μας άφησε τις πιο έντονες εικόνες αν και τις έδεσε με κάποιον τρόπο με τη μουντή αίσθηση που επικρατούσε λόγω του καιρού. Τη μουντή αίσθηση που άφησε το ότι έφυγες εσύ αριστερά ενώ συνέχισα εγώ ευθεία και τη μουντή σκέψη που λέει ότι αύριο όταν ξυπνήσω ίσως να μην είσαι πια στη σκέψη μου. Και ψέματα δε θα σου πω με τρομάζει αυτό λιγάκι, δε θέλω ακόμη να βρεθεί κάποιος άλλος σε εκείνο το κομμάτι του μυαλού μου που τώρα βρίσκεσαι εσύ. Και αντίστοιχα δε θέλω να συμβεί αυτό ούτε σε εσένα. Με τρομάζει να χαθεί ό,τι έχει απομείνει, έστω και στα μυαλά μας, από το μεταξύ μας. Κάποια στιγμή όμως θα γίνει και αυτό. Και όταν έρθει αυτή η ώρα να θυμάσαι απλώς πως σ’ αγαπώ.

 

Να προσέχεις.
– Βιόλα.