Εκείνη η ερωτική επιστολή που κάποτε τόλμησες κι έστειλες. Ή εκείνη που έμεινε αποθηκευμένη σε κάποια πρόχειρα να τη σκονίζουν οι αμφιβολίες. Αυτόματες καταγραφές ή δομημένες εξομολογήσεις, είναι τα δικά σας αληθινά ερωτικά γράμματα και τα θέλουμε. Τόλμησε να τα μοιραστείς μαζί μας και με το πρόσωπο που απευθύνονται. Τα περιμένουμε στο info@ pillowfights.gr με τίτλο «Συστημένα».

 

Γράφει η Μαρία Κ.

Πέρυσι τέτοια μέρα θυμάμαι είχαμε γυρίσει από την εκδρομή μας για την πρωτομαγιά. Σου κρατούσα το χέρι όσο εσύ σιγοτραγουδούσες μια μελωδία από το ραδιόφωνο που έπαιζε στο αμάξι. Σου είπα ότι σ’ αγαπάω μα πρέπει να μιλήσαμε. Όσο ξαφνικά σκοτείνιασε ο ουρανός και μπήκαμε στο αμάξι εκείνη τη μέρα, άλλο τόσο ξαφνικά σκοτείνιασες κι εσύ όταν βγήκαν αυτές οι λέξεις από το στόμα μου.

Σου τα ‘πα όλα. Σου είπα πως θέλω να χωρίσουμε γιατί δεν άντεχα τους καβγάδες και την απομάκρυνσή σου. Πέρυσι τέτοια μέρα ήμασταν αγκαλιά μα σου εξήγησα πως δεν πίστευα σε μας γιατί ήμασταν η μέρα με τη νύχτα. Εσύ ήθελες βόλτες κι εγώ σπίτι. Εγώ προτιμούσα τον χειμώνα ή το φθινόπωρο, εσύ την άνοιξη και το καλοκαίρι. Ήθελα ψιλόβροχο να κρύβομαι μέσα στα βιβλία και τις σκέψεις μου. Ήθελες ήλιο, να βγαίνεις έξω για τρέξιμο ή να κάνεις παρέα σε φίλους. Ήσουν ο ίδιος ο ήλιος στα μάτια μου και σ’ αγάπησα πολύ, μα ένιωθα σαν όλο αυτό μέσα μου να είχε χάσει την αρχική σημασία του.

Δεν έβλεπα σε ‘μας το ζευγάρι που γνώρισα όταν τα βρήκαμε. Δε φαινόταν πουθενά η διάθεση να ενώσουμε τα κοινά μας και να κάνουμε στην άκρη τις διαφορές. Και δεν έφταιγες μόνο εσύ φυσικά, έφταιγα κι εγώ, φταίξαμε κι οι δύο. Κι οι δύο κάναμε λάθη, πήραμε στραβές αποφάσεις και δε στηρίξαμε ο ένας τον άλλον όσο θα έπρεπε. Κι οι δυο μπορούσαμε να τα καταφέρουμε καλύτερα, να δουλέψουμε περισσότερο με τον εαυτό μας και τη σχέση.

Μα δεν έχει αυτό σημασία. Σημασία έχει πως εκείνη την ημέρα ένιωσα τόσο άδεια όσο ποτέ. Όταν φτάσαμε σπίτι και βγήκαμε από το αυτοκίνητο, τα πόδια μου είχαν μουδιάσει και δε σηκώνονταν από το υγρό χώμα. Έψαχνα τα μάτια σου για να καταλάβω το πώς αισθάνεσαι, αλλά ντρεπόμουν να σηκώσω τα δικά μου ψηλά -και κάπως έτσι δεν είδα τα δικά σου όλο το απόγευμα.

Σε ρώτησα αν θέλεις να φύγω και μου είπες πως το σπίτι είναι και των δύο, οπότε μέχρι να τα λύσουμε όλα και να πάρουμε τις απαραίτητες αποφάσεις, δεν υπήρχε λόγος να φύγω. Ήταν δύσκολο όμως να σε βλέπω κάθε μέρα μέχρι να μαζέψω τα πράγματά μου. Ήταν δύσκολο να ψάχνω σπίτι -αφού δεν ήθελα να κρατήσω εγώ εκείνο-, όσο σε έβλεπα ακόμη να τριγυρίζεις ανάμεσα στους τοίχους που αγάπησα τόσο. Όλα ήταν δύσκολα, από την πρωινή σου «καλημέρα» μέχρι το τελευταίο αντίο που μου είπες όταν τα κανόνισα επιτέλους όλα και πήρα τις βαλίτσες μου να φύγω.

Από τη μέρα που χωρίσαμε μέχρι τη μέρα που έφυγα από το σπίτι δε φιληθήκαμε. Με είχες αγκαλιάσει μια φορά που με είχες ακούσει να κλαίω αλλά αυτή ήταν πιο κοντινή επαφή μας. Κι όταν εν τέλει πήρα τα πράγματα μου και πλησίασα για να σε χαιρετήσω, δεν περίμενα πως τα χείλη σου θα ‘ναι πιο ζεστά από ποτέ. Δεν περίμενα να νιώσω τόση αγάπη να πικράνει την καρδιά μου-για την ακρίβεια δεν περίμενα τίποτα. Πίστευα πως θα με χαιρετήσεις από μακριά, με όση περισσότερη απάθεια γίνεται.

Αντίθετα εσύ μ’ αγκάλιασες, με άγγιξες στο μπράτσο και μου έδωσες ένα φιλί που ήταν σαν να έκλεισε όλες τις πληγές μου. Με έκανες να θυμηθώ όλους τους λόγους που οι διαφορές μας δεν είχαν σημασία.

Να ξέρεις λοιπόν πως ακόμη σε σκέφτομαι και σε ψάχνω, αναρωτιέμαι πού και πού αν έκανα καλά που σου ζήτησα να χωρίσουμε, αλλά αναγνωρίζω πως ένα φιλί δε θα έσωζε τόσα λάθη. Σ’ αγαπώ λοιπόν και να προσέχεις.

Επιμέλεια κειμένου: Ζηνοβία Τσαρτσίδου